Αγαπητέ κύριε Λαζόπουλε,

Δε θα ξεκινήσω με τα τυπικά (ή μη) συγχαρητήρια – και άλλα τέτοια γλειψιμέικα – για την εκπομπή σας. Θα σας πω μόνο αυτό που σας έγραψε στο μήνυμά της η μετανάστρια από τη Γερμανία. Η ελπίδα μας για την πατρίδα μας είναι οι ένας, δυο, πέντε άνθρωποί της, που ακόμα στέκουν και δεν μπερδεύουν αρχές και αξίες με χυδαίες επιτυχίες.
Δεν ξέρω πόσο επιτυχημένη είναι η εκπομπή σας από άποψη ακροαματικότητας, θεαματικότητας και άλλα τέτοια αποπροσανατολιστικά..
Ξέρω όμως ότι είναι επιτυχημένη από άποψη περιεχομένου. Και μας παρηγορεί ακριβώς, γιατί δείχνει ότι υπάρχουν αυτές οι μονάδες που λέγατε στο τραγούδι σας (δυο που αντιδρούνε είναι πολλοί) και τις φέρνει κοντά. Δυο που αντιδρούνε είναι πολλοί, γιατί πράγματι είναι πολλοί περισσότεροι, μόνο που είναι σκόρπιοι, και αυτή η απομόνωση τους αποδυναμώνει.
Είμαι κι εγώ με μια έννοια μετανάστρια. Είμαι απόδημη. Κατάγομαι από την Ξάνθη και ζω στην Κύπρο, πάνω από τριάντα χρόνια. Όμως η πατρίδα με «πονάει» πάντα το ίδιο πολύ. Δηλαδή την πονάω, σφαδάζω, χαίρομαι, αγάλλομαι ανάλογα με το τι της συμβαίνει.
Είμαι μητέρα, είμαι καθηγήτρια, είμαι συγγραφέας, είμαι γυναίκα, είμαι γιαγιά. Και με καθεμιά από αυτές τις ιδιότητες έχω απορίες και ερωτήματα που με τρυπανίζουν από τότε που πρωτοάκουσα για την ιστορία της δεκαεξάχρονης και των συμμαθητών της.

Ως μητέρα απόρησα με τη μητέρα ενός από τα αγόρια που βγήκε να υπερασπιστεί το γιο της φωνάζοντας στην τηλεόραση ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό που είπατε εσείς και που βέβαια θα ήθελε η κυρία να πιστεύει ως αλήθεια, για να έχει ένα άλλοθι το παιδί της. Αυτό είναι αναγκαίο για κάθε ένοχο. Όμως η απορία μου είναι πώς αυτή η μητέρα, που αγαπά το παιδί της, δεν αναρωτήθηκε τι να φταίει και πώς θα βοηθήσει το παιδί της να βγει από την ψυχολογία του θύτη, ώστε να μην την κουβαλάει και στη μετέπειτα ζωή του, παρά προσπαθεί να καλύψει, συγκαλύψει ή επικαλύψει την πράξη του, να την αλλοιώσει ή δεν ξέρω τι άλλο προσπαθεί να κάνει.
Το καθετί που μας συμβαίνει γίνεται για να ψάξουμε το γιατί, να αναρωτηθούμε τι έχει να μας διδάξει, τι πρέπει να διορθώσουμε, με άλλα λόγια, για να στραφούμε λίγο προς τα μέσα.
Θα φροντίσουν άραγε οι γονείς γι’ αυτό; Ή θα τους αρκέσει το γεγονός ότι η μαθήτρια έφυγε από το σχολείο, αν κατάλαβα καλά και από την πόλη ή το χωριό, άφησε το πεδίο ελεύθερο στους θύτες να επαναλαμβάνουν την πράξη τους, λεκτικά τώρα πια ή ποιος ξέρει πώς αλλιώς και την κοινωνία να ανέχεται, αν όχι και να συμμετέχει, με τη σιωπή της ή άλλως πως και να πολλαπλασιάζει τη θυματοποίηση του θύματος;
Αντί δηλαδή οι δράστες να φύγουν, να κρυφτούν, να απομονωθούν, να ντρέπονται, έφυγε η κοπέλα, για να θυματοποιηθεί για δεύτερη φορά, αφού θα πρέπει να κουβαλάει αλύτρωτη τα τραύματά της και να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα ενός άλλου σχολείου και κοινωνικού χώρου.
Αυτή, που θα έπρεπε να παραμείνει, για να κάνει τουλάχιστον τους δράστες να συναισθανθούν την πράξη τους και το λιγότερο να περιέλθουν στην ανάγκη να ζητήσουν συγγνώμη, ώστε να μπορέσουν και αυτοί κάποτε να λυτρωθούν. Γιατί το θύμα, όσο κι αν αυτό χτυπάει στα αυτιά παράφωνο, έχοντας ακριβώς στραπατσαριστεί, θα ψάξει τη γιατρειά του, όπως ένα αυτοκίνητο θα διορθωθεί μετά από μια βίαιη σύγκρουση, εκτός κι αν η καταστροφή είναι ολοκληρωτική.

Τι γίνεται όμως με το θύτη; Θα κουβαλάει την ενοχή του; Και αν η διαστρέβλωση είναι τόση, που μέσα του κρυφά μπορεί να απολαμβάνει το «θρίαμβό» του; Ή κι αν ο ίδιος ο θύτης συναισθάνεται, έστω και εκ των υστέρων, την ντροπή της πράξης του, αλλά η στάση – πιθανό λέω – γονέων, συγγενών, συμμαθητών ή δεν ξέρω ποιων άλλων, τους ωθεί στο να μην παίρνουν την πράξη πάνω τους, το αποτέλεσμα θα είναι να μην μπορούν να λυτρωθούν και να προαχθούν ως ανθρώπινα όντα.
Γιατί το κακό μπορεί να γίνει από όλους μας και κανείς δεν ξέρει σε τι κατάσταση είναι δυνατό να βρεθεί, γι’ αυτό και δεν εξετάζω την πράξη ως τέτοια, παρά μόνο τα παρεπόμενά της. Η πράξη λοιπόν έγινε, όπως και αν έγινε. Το θέμα είναι πώς λυτρώνονται όλοι από αυτήν; Ακόμα και εμείς οι άμοιροι θεατές ενός κόσμου που δε μας εκφράζει, που όμως ζούμε και ανήκουμε σ’ αυτόν.
Αυτές λοιπόν οι απορίες μου ως μητέρας.

Αλλά και κάτι ακόμα που πάει με όσα είπα πιο πάνω. Θα ήθελα να στιγματίσω την ασύστολη συμπεριφορά του δικηγόρου ενός εκ των παιδιών, που χωρίς έλεος βγήκε να υπαινιχθεί από την τηλεόραση ότι η κοπέλα προκάλεσε την όλη κατάσταση για να προσποριστεί οικονομικά οφέλη.
Όταν ένας δικηγόρος – υπερασπιστής της δικαιοσύνης, υποτίθεται – βγαίνει να διαλαλήσει τέτοια αντίληψη του υπερασπίζεσθαι, χωρίς να ντρέπεται για το διασυρμό, που ο ίδιος προκαλεί στον εαυτό του, ε, τότε και πάλι μου γεννιούνται ερωτηματικά για το ποιος τον επέλεξε και γιατί.
Θα ήθελα εδώ να πω τη ρήση του απλού λαού της νέας μου πατρίδας: «τα δικά μας, του γειτόνου μας» και για όσους δεν καταλαβαίνουν κυπριακά «αυτό που σκεφτόμαστε ή θα πράτταμε εμείς τα ξεφορτώνουμε στο γείτονά μας» ή κατά το επιστημονικότερον, τα προβάλλουμε στους άλλους.
Γιατί μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι είναι μόνοι και πιστεύουν ότι μπορούν να λένε ό,τι θέλουν; Ποιος τους ωθεί σε τέτοια ξεδιαντροπιά;
Και πώς οι δικαστές θα υποληφθούν ένα τέτοιο συνήγορο;  

Έρχομαι τώρα στα ερωτηματικά μου ως καθηγήτριας. Τι θα κάνουν άραγε οι σεβαστοί συνάδελφοί μου; Πώς θα διαχειριστούν ένα τόσο σημαντικό συμβάν; Πόσο θα τους επηρεάσει η ιδιότητα και η κοινωνική υπόληψη των γονιών του κάθε παιδιού, η διάσταση που πήρε το γεγονός με τη δημοσιοποίησή του, ώστε να μπορέσουν, κατά το δυνατό νηφάλια, να βοηθήσουν όλα τα παιδιά ως εκπαιδευτικοί, ως άνθρωποι που πρέπει να σταθούν δίπλα τους και όχι ως τιμωροί, αλλά και όχι ως ψευτοκατανοητές;
Δύσκολος ο ρόλος τους πράγματι. Ελπίζω ότι η Πολιτεία θα αναλάβει το ρόλο της και δε θα αφεθούν αβοήθητοι να πάρουν αποφάσεις που δεν τους αναλογούν.
Ας μη με παρεξηγήσουν οι συνάδελφοι.
Δυστυχώς, στη μακρόχρονη θητεία μου στην Εκπαίδευση, έγινα αρκετές φορές μάρτυρας άνισης συμπεριφοράς του σώματος των συναδέλφων απέναντι στα παιδιά. Ευνοϊκής σε «γόνους», καταδικαστικής σε ανυπεράσπιστα.  Ελάχιστες φορές επηρεάστηκαν από τη γεμάτη παρρησία διαμαρτυρία και επιχειρηματολογία μου, ώστε να πάρουν τη σωστή απόφαση. Συνήθως, όταν επικουρούσε και κάποιος άλλος.
Δε γνωρίζω, αλλά θέλω να ελπίζω ότι τέτοια λάθη δε γίνονται στην πρώτη μου πατρίδα, τουλάχιστον όχι εσκεμμένα. Εξιδανικεύω;

Είπα ότι είμαι συγγραφέας, αλλά δεν έχω το ψώνιο του ονομάζεσθαι και αποκαλείσθαι «συγγραφεύς». Έχω γράψει απλώς κάποια βιβλία. Και μάλιστα απ’ αυτά που αφορούν ελάχιστους, γιατί δεν είναι λογοτεχνικά «Άρλεκιν». Έτσι, με πλήρη ταπεινότητα, επικαλούμαι αυτή μου την ιδιότητα. Όμως την αναφέρω, γιατί και εξαιτίας αυτής έχω κάποιες απορίες.
Ως συγγραφέας λοιπόν έχω συλλάβει κάποιες υποθέσεις, που όμως δεν τόλμησα να κάνω βιβλία, όσο κι αν η λογοτεχνία και γενικότερα η Τέχνη έχει το ελεύθερο να πραγματοποιεί όσα στη ζωή ο άνθρωπος αρνείται ή φοβάται. Έχω επίσης παρακολουθήσει γεγονότα και περιστατικά που με έκαναν να αναφωνήσω μέσα μου το τόσο κοινότοπο «πω, πω, πράγματι η ζωή ξεπερνά κάθε φαντασία!».
Στην περίπτωση αυτήν όμως αναρωτιέμαι, άραγε αυτά τα παιδιά συνέλαβαν με τη δική τους φαντασία ό,τι πραγματοποίησαν στη συνέχεια ή μήπως υπάρχει η πηγή ή πηγές του επηρεασμού τους και ποιες είναι αυτές; Ποιος ευθύνεται σ’ αυτή την περίπτωση;
Δε θα πω περισσότερα, γιατί θα ήταν φτηνό. Θα πω όμως ότι άφησα γραπτά μου αδημοσίευτα ή μισοτελειωμένα, γιατί ακριβώς προβληματιζόμουνα για το ποια θα μπορούσε να είναι η επίδρασή τους, άσχετα από τις δικές μου προθέσεις.

Αυτό σχετίζεται και με την ιδιότητά μου ως γιαγιάς. Γιατί σκέφτομαι και αναλογίζομαι, άραγε πού θα οδηγηθεί η αυριανή νεολαία; Πόσο θα χαιρόμαστε αύριο για τα πλάσματα αυτά, που σήμερα είναι η χαρά και η ελπίδα μας; Και όσο κι αν γνωρίζω αυτό που κάποιοι φίλοι μού επισημαίνουν, ότι αυτά που σήμερα εμείς θεωρούμε «προχωρημένα» αύριο, αν όχι παρωχημένα, θα θεωρούνται τουλάχιστον συνηθισμένα, εμένα όχι μόνο δε με απαλλάσσει, αλλά με κάνει να σκέφτομαι διπλά τη μικρομικρότατη ευθύνη που μου αναλογεί και να γίνομαι ακόμα πιο προσεχτική και ας θεωρείται αυτό λογοτεχνική δειλία. Και είναι. Αλλά προτιμώ να είμαι δειλή, παρά να παρεξηγηθώ στις προθέσεις μου.

Έρχομαι τώρα στο τελευταίο. Αυτό που είχα αναφέρει πρώτο. Το χαρακτηρισμό «μετανάστρια». Χρησιμοποίησα εσκεμμένα τον όρο αυτό για την Ελληνίδα από τη Γερμανία, ενώ τυπικά δεν είναι πλέον, αλλά ο τίτλος τής ανήκει τιμητικά, γιατί νιώθει για την πατρίδα της ό,τι νιώθουμε όλοι εμείς οι απόδημοι και μάλιστα δεν περιορίζεται σ’ αυτό, αλλά ευθαρσώς παίρνει θέση στα τεκταινόμενα. Τη συγχαίρω. Για την επιτυχία της στη ζωή, το γλωσσικό της αισθητήριο, που είναι τόσο υψηλό, τη μη αδιαφορία της, την περήφανη στάση της.
Είμαστε λοιπόν μετανάστριες, όπως οι δυο γυναίκες, μάνα και κόρη. Τίποτε άλλο.

Τέλος, θα ήθελα να μιλήσω στη μητέρα που βγήκε στην τηλεόραση, ουσιαστικά κραυγάζοντας για το παιδί της, ως απλή γυναίκα.
Είχε άραγε ποτέ την τρομακτική εμπειρία του βιασμού; Έβαλε ποτέ με το νου της ένα τέτοιο ενδεχόμενο για τον εαυτό της; (Τρομάζω να πω και για την κόρη της, γιατί ο πόνος του παιδιού μας μάς πονάει περισσόερο). Είναι σε θέση να υποθέσει πώς μπορεί να νιώθει ένα θύμα; Και πόσο πιο σιχαμερό από την ίδια την πράξη, που στο κάτω κάτω έγινε και αργά ή γρήγορα η σωματική πληγή θα επουλωθεί, πόσο πιο αποκρουστικό και ανυπόφορο είναι το να υφίστασαι διασυρμό και να θυματοποιείσαι ξανά και ξανά, μ’ ένα τρόπο που δεν μπορείς να αποτρέψεις πια; Να υφίστασαι ξανά την ίδια πράξη, λεκτικά ή άλεξα, μέσα στο μυαλό των ανθρώπων; Καταλαβαίνει άραγε η κυρία αυτή, και όσοι απρόσεχτα παίρνουν στο στόμα τους την κοπέλα, πόσο άδικο είναι;
Ευχαριστώ, κύριε Λαζόπουλε, που μου δώσατε την ευκαιρία να εκφράσω όλες αυτές τις απορίες μου. Αλλά μια βεβαιότητα είχα μονάχα. Ότι δεν έπρεπε να πείτε αυτής της κυρίας μητέρας «να υπερασπιστείς, κυρία μου, το παιδί σου, αλλά όχι λέγοντας π......... το παιδί της άλλης γυναίκας». Περίμενα να πείτε «σκύψε και δες, κυρία μου, τι φταίει με το παιδί σας». Δε θέλω να την πονέσω περισσότερο, γι’ αυτό δεν αναφέρθηκα στο κορίτσι. Εμένα με πονάει πιο πολύ. Δε θα ’πρεπε;
Συνεχίστε να μας δίνετε παρηγοριά. Ήδη γίναμε τρεις... Σας ευχαριστώ.