Τόσες μέρες τώρα, μετά το τόσο κρίσιμο δημοψήφισμα, ξυπνώ ακόμη το πρωί, σαν από εφιάλτη , και σκέφτομαι από τι γλιτώσαμε! Από ποια μεγάλη παγίδα ,που θα την είχαμε στήσει μόνοι μας του εαυτού μας, με την υπογραφή μας, και δε θα ξέραμε πώς να βγούμε από μέσα.
Από την άλλη αναλογίζομαι τι σπουδαίο τόλμημα ήταν αυτό για ένα τόσο μικρό λαό να πει ένα τόσο μεγάλο, τόσο περήφανο, τόσο κραυγαλέο ΟΧΙ, μες στη σιωπή, μες στην περισυλλογή, μέσα στην πλήρη σύνεση. Μέσα στους φόβους του και παρά τους φόβους του. Ή μάλλον κόντρα στους φόβους του και παρά τις απειλές!
Κι ενάντια σε ποιους!
Προσκυνώ τη χάρη σου, Λαέ μου, κι είμαι περήφανη να ζήσω ανάμεσά σου.1 
     
Αν ήμουν σκιτσογράφος, θα έκαμνα ένα σκίτσο μ’ έναν άντρα καχεκτικό στη μέση, να κρατάει περήφανα ένα τεράστιο ΟΧΙ στους ώμους του, σαν ένας σύγχρονος Άτλαντας. Και γύρω του μια σειρά χώρες, με τα μάτια τους να έχουν πεταχτεί έξω με σπιράλ, όπως γίνεται στα μίκυ-μάους, γουρλωτά και εξογκωμένα, να μην πιστεύουν σ’ αυτό που βλέπουν. Με τα δόντια τους να έχουν πεταχτεί έξω από το στόμα , τα μαλλιά τους να έχουν «φρικάρει», σηκωμένα κάγκελο, και τα δόντια τους να βγάζουν διάφορους ήχους από το τρίξιμο, ενώ τα χέρια τους θα υψώνονται απειλητικά ή απελπισμένα ή θα πέφτουν ολότελα αποθαρρημένα.
Άλλοτε πάλι μια άλλη εικόνα σχηματίζεται στο μυαλό μου κι εύχομαι να βρισκόταν κάποιος σκιτσογράφος να την αποδώσει. Είναι, λέει, μια κορούλα μες στη μέση, τρυφερή και χαριτωμένη. Όλοι την ορέγονται και κάθε χώρα σκέφτεται τι θα έκαμνε  γι’ αυτήν. Από το χαδάκι του καλοπιάσματος, στο μπατσάκι της τρυφερότητας, από το τρίξιμο των δοντιών για εκφοβισμό στην απειλή, μέχρι το άρπαγμα από τα μαλλιά και το ξέσκισμα, μέχρι τον τεμαχισμό και την αφαίρεση κομματιών από το σώμα της.
Μήπως μαντεύετε για ποιες χώρες πρόκειται;
« Ο αλουπός εκρύφκετουν τζι’ ο νούρος του εφαίνετουν!»

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
 1Είμαι από την Ελλάδα, κατοικώ εδώ, στην Κύπρο, από το 1972 και στην αρχή μυκτήριζα τον εαυτό μου για την τύχη μου να «ξεπέσω» σ’ αυτό τον τόπο, όπου όλοι σιωπούν «ου σου να περάσομεν!», όλοι σκύβουν κεφάλι και περιμένουν να περάσει το κακό.
Τώρα χαίρομαι αυτό το λαό. Τώρα τον καταλαβαίνω και είμαι περήφανη που αποτελώ ένα ελάχιστο μόριό του.