Κύριε Ιωαννίδη,

Από καιρό ήθελα να σας γράψω τις απόψεις και τα πιστεύω μου, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως, άλλες προτεραιότητες έμπαιναν μπροστά. Τώρα όμως θεωρώ ότι είναι καιρός να το κάνω.
Άκουσα (σήμερα το πρωί) την ομιλία σας στο παγκύπριο συλλαλητήριο της Δευτέρας και θα πρέπει να πω ότι δε συμφωνώ με κάποιες από τις απόψεις σας. Δεν πιστεύω, για παράδειγμα, ότι ευνοεί τον αγώνα οποιουδήποτε αγωνιζόμενου λαού να υποτιμά τον αντίπαλό του και να τον θεωρεί βάρβαρο και απολίτιστο. Ένας Γολιάθ νικήθηκε από αυτή του την υπεροψία.

Προσωπικά πιστεύω, αλλά και η σύγχρονη αντίληψη έχει δεχτεί προ πολλού πλέον, ότι δεν υπάρχουν απολίτιστοι λαοί. Υπάρχουν απλώς διαφορετικοί πολιτισμοί, που είτε τους αποδεχόμαστε, επειδή «μας πάνε», είτε τους απορρίπτουμε, επειδή δεν τους γνωρίζουμε αρκετά ή δεν μας αρέσουν.
Το ότι οι Τούρκοι φέρθηκαν ή φέρονται με βαρβαρότητα στον πόλεμο δεν τους καθιστά απολίτιστους, γιατί ακριβώς με την ίδια ή με παρόμοια βαρβαρότητα φέρονται όλοι οι λαοί στον πόλεμο. Αυτό που πρέπει να καταδικάζουμε, πιστεύω, είναι ο πόλεμος, η διαίρεση, η αντιπαλότητα και όλα τα συναφή και να επιδιώκουμε τη δικαιοσύνη, τη συνεργασία, την καλή συνεννόηση και την καλή γειτονία. Γιατί αλλιώτικα θα είμαστε διαρκώς σε έναν αναβρασμό, που δε θα μας αφήνει να πάμε παρακάτω και να προοδέψουμε ως άτομα και ως λαοί.

Αυτό – το ότι δηλαδή πρέπει να θέλουμε και να επιδιώκουμε την καλή συνεννόηση και συνεργασία – δε σημαίνει ότι εμείς θα σκύβουμε κεφάλι και οι άλλοι θα περνούν από πάνω μας ούτε ότι θα λέμε «ναι» σε ό,τι επιθυμούν οι άλλοι, για να «περνάμε καλά». Δυστυχώς, αυτή η παρεξήγηση υπάρχει και – ακόμα δυστυχέστερα – σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, οι μεν μου λένε «αφού είσαι υπέρ της συνεργασίας, γιατί είσαι εναντίον του σχεδίου Αννάν;» και οι άλλοι θεωρούν ότι, αφού είμαι εναντίον του σχεδίου Αννάν, πρέπει να είμαι εναντίον της συνεργασίας με τους Τουρκοκυπρίους.

Το ποιοι και πόσοι από τους Τουρκοκύπριους είναι πραγματικά Τούρκοι είναι ένα ζήτημα προς διερεύνηση και μακάρι να βρισκόταν κάποιος να το κάνει.
Από την άλλη, αν δε συνεργαστούμε μαζί τους και αν δεν τους αποδεχτούμε ως σύνοικο στοιχείο, με το οποίο πρέπει να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί, θα τους χάσουμε προς όφελος της Τουρκίας, που τους εκμεταλλεύεται έτσι και αλλιώς για τους δικούς της σκοπούς και αυτό οι Τουρκοκύπριοι το ξέρουν. (Το διαλάλησαν και στις τελευταίες τους διαδηλώσεις.)

Άρα εμείς τι κάνουμε; Τους σπρώχνουμε κατά κει, άρα παίζουμε το παιχνίδι της Τουρκίας και αποδυναμώνουμε τη δική μας θέση, χάνοντας ένα σύμμαχο και προσφέροντάς τον στο πιάτο της αδηφάγας έτσι κι αλλιώς Τουρκίας.

Δεν το κρύβω ότι αυτό με θλίβει. Γιατί μας κάνει ακόμα πιο μικρούς. Όσο κι αν τα λόγια είναι καλά και ενθαρρυντικά, το ξέρουμε πολύ καλά ότι η «Μεγάλη μας οικογένεια» με τα 500.000.000 κατοίκους θα κοιτάξει το συμφέρον της και θα κλείσει τα μάτια και τα αυτιά στις προκλήσεις της Τουρκίας, αν αυτό κρίνει ότι την εξυπηρετεί. Όπως κλείνει τα μάτια και τα αυτιά στα ποικίλα δεινά των λαών και τα ανοίγει επιλεκτικά και για σκοπούς δικούς της και ακόμα πιο επιλεκτικά ανοίγει το στόμα ή τα μυδραλιοβόλα.
Αυτό δε σημαίνει ότι διακατέχομαι από κανενός είδους ηττοπάθεια. Αντίθετα! Πιστεύω ότι όσες λιγότερες αυταπάτες έχουμε, όσο καλύτερα γνωρίζουμε τους αντιπάλους, αλλά και τους συμμάχους μας, όπως και τον ίδιο μας τον εαυτό, με άλλα λόγια όσο πιο «ανοιχτομάτες» είμαστε, τόσο πιο πείσμονες μπορούμε να γίνουμε και τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχουμε.

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε ότι προέρχομαι από οικογένεια μικρασιατών προσφύγων. Αυτό για μένα ήταν ένα μάθημα ζωής, από το οποίο αντλώ ακόμη. Η μικρασιατική εκστρατεία μάς διδάσκει πολλά, κατά την ταπεινή μου άποψη. Καλό θα ήταν, πιστεύω, να μην αγνοούμε αυτά τα μαθήματα.
Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη και να αναλύσω τις απόψεις μου, αλλά δε θα ήθελα να σας κουράσω. Νομίζω ότι αυτά τα βασικά αρκούν.
Εκεί που συμφωνώ είναι ότι λύση χωρίς δικαιοσύνη δε θα είναι λύση, αλλά και μονόπαντη δικαιοσύνη δεν είναι δικαιοσύνη. «Όχι στο δίκαιο του δυνατού» δε σημαίνει καταπάτηση του δίκαιου του ασθενέστερου.