Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής (τίτλος που έτσι κι αλλιώς δίνει ο καθένας στον εαυτό του και αυτοχρίζεται ως τέτοιος) ούτε πολιτικός (εξ επαγγέλματος ή μη) ούτε κοινωνιολόγος, είμαι μια απλή πολίτις που αγωνιώ για τα τεκταινόμενα και για την τύχη αυτού του τόπου, γιατί τον διάλεξα για πατρίδα μου και δε μου προέκυψε εκ γενετής. Νιώθω λοιπόν διπλά υπεύθυνη και απέναντί του και απέναντι στα παιδιά και τώρα και στα εγγόνια μου, που προσφάτως έχουν έρθει στη ζωή.
Παρακολούθησα αυτές τις εκλογές με πολλή προσοχή και αγωνία από τη στιγμή της έναρξης της προεκλογικής εκστρατείας και ακόμα νωρίτερα. Πότε νωρίτερα; Όταν με έκπληξή μου είδα το ΑΚΕΛ, ξαφνικά και αναίτια να κάμνει αντιπολίτευση. Παραξενεύτηκα. Γιατί έτσι αψυχολόγητα, μια και όλα έβαιναν καλώς, άρχισε να φέρνει  αντιρρήσεις και να αντιπολιτεύεται, απλώς και μόνο για να αντιπολιτευτεί;

Θυμηθείτε για παράδειγμα τη θέση του για την ένταξή μας στην ευρωζώνη. Δεν είχε κανένα πραγματικό επιχείρημα. Θυμηθείτε το πετρέλαιο θέρμανσης και μερικά τόσο ελάσσονος σημασίας θέματα, που δεν τα θυμάμαι καν και που τα ανήγαγε σε ύψιστα, ώστε εντελώς ακατανόητα να προσπαθεί να δικαιολογήσει την αντιπολιτευτική του θέση.
Ύστερα ήρθε η ανακοίνωση της υποψηφιότητας Χριστόφια και όλοι καταλάβαμε τα πριν ακατανόητα. Ναι λοιπόν, το μυστήριο είχε εξηγηθεί. Εκείνο που δεν εξηγήθηκε ούτε μέχρι τώρα είναι το γιατί. Γιατί τώρα που όλα έβαιναν καλώς; Γιατί τώρα που ένας “σκληρός” Πρόεδρος στάθηκε όπως έπρεπε την κρίσιμη ώρα και έσωσε την πατρίδα από μια ασύλληπτης καταστροφικότητας εν καιρώ ειρήνης συγκυρία; Γιατί τώρα που ο λαός βρήκε το απροσδόκητο σθένος να πει ΟΧΙ σε σχέδια και μεθοδεύσεις ασύμφορες για το σύνολο του κυπριακού λαού; Γιατί τώρα που θα είχε την ευκαιρία αυτός ο λαός να γευτεί και να εισπράξει τους καρπούς μιας τόσο δύσκολης απάντησης και να δείξει ότι μένει ενωμένος και προσηλωμένος σ’ αυτή την απόφαση;

Οι απορίες είναι πολλές και προσωπικά μια μόνο απάντηση βλέπω σε όλες αυτές: τη φιλοδοξία του κ. Χριστόφια. Η άκρατη δυστυχώς φιλοδοξία του κ. Χριστόφια, που μεταγγίστηκε και στους οπαδούς του κόμματός του και σταδιακά αλληθώρισαν και πια δεν έβλεπαν, παρά μόνο πώς να δικαιωθούν με μια νίκη του υποψηφίου τους.
Ήδη από την προηγούμενη εκλογή, όταν Πρόεδρος ανακηρύχτηκε ο κ. Παπαδόπουλος, ο κ. Χριστόφιας στο στάδιο ελευθερίας κρατούσε ο χέρι του νέου Προέδρου το σήκωνε ψηλά και γύριζε γύρω γύρω υψώνοντας και το άλλο χέρι σαν να έλεγε εγώ τον έβγαλα, εγώ τον έβγαλα, πανηγύριζε, χαμογελούσε και ήταν πλήρης ευδαιμονίας.
Το ένστικτό μου από κείνη τη στιγμή μου είπε ότι την επόμενη φορά αυτός θα επιδιώξει να είναι ο νέος Πρόεδρος. Τα σάλια του έτρεχαν από τότε από την ηδονή της εξουσίας.
Κάτι με ανησύχησε τότε, γιατί η άκρατη φιλοδοξία είναι κακός οιωνός. Την ίδια αυτή φιλοδοξία βλέπω τώρα πίσω από τα γλυκερά χαμόγελα και τα πονηρά βλέμματα του κ. Αναστασιάδη, που, όπως και ο κ. Χριστόφιας, μεθοδεύει τη δική του άνοδο στην πολιτική σκηνή και τα ύπατα πολιτειακά αξιώματα. Σημειώστε ότι, σε ανύποπτο για μας χρόνο, είχαν πει και οι δύο ότι δε θα είναι πρόεδροι των κομμάτων τους στην επόμενη κομματική θητεία. Αλλά βέβαια δε μας είπαν ότι αυτό θα γίνει επειδή άλλες είναι οι βλέψεις τους. Άφησαν απλώς να αιωρείται η εντύπωση ότι είναι υπεράνω φιλοδοξιών, αλλά μας απέκρυψαν τι πραγματικά τεκταίνονται.

Έτσι λοιπόν ο κ. Χριστόφιας μεθόδευσε την υποψηφιότητά του, ώστε να φανεί ότι ήταν αίτημα της βάσης του. Και βέβαια ήταν. Αλλά πώς και γιατί αυτός ο “συνετός” πολιτικός, που ήξερε τόσο σοφά να κατευθύνει ή έστω να νουθετεί το λαό του σε άλλες περιστάσεις, δεν το έκανε αυτή τη φορά;
Αντίθετα, παρότρυνε συστηματικά και επίμονα, ακόμα και αυτούς που αντιστέκονταν μέχρι τέλους, να υποστηρίξουν τον “δικό” τους υποψήφιο. Προς χάριν και δόξαν ποιου; Της πατρίδας μήπως; Πού θα την οδηγούσε αυτή την πατρίδα; Ήξερε άραγε και εν γνώσει του βάδιζε προς τα εκεί ή άλλες παράμετροι κατεύθυναν τα βήματά του;
Του λαού μήπως, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, για τους οποίους επίσης ενδιαφερόταν σθεναρά;
Του κόμματός του μήπως, την ενότητα του οποίου διαφύλαξε με το να το έχει πάντα στις κουίντες της πολιτικής σκηνής και να το διασώζει έτσι από τη φθορά του πολιτικού προσκηνίου;
Τι υπήρχε στο βάθος και στην πραγματικότητα μόνο ο ίδιος μπορεί να ομολογήσει στον εαυτό του και στον καθρέφτη του.

Για μας, που δεν ξέρουμε, μια υπόθεση είναι θεμιτή: ότι όλα αυτά συνυπήρχαν σε μια σύνθεση, αλλά μόνο ο ίδιος ξέρει το βαθμό στον οποίο το καθένα απ’ αυτά επηρέαζε την απόφασή του να σταθεί αντιμέτωπος στον μόνο Πρόεδρο, που εκλέγηκε με την κύρια σύμπραξη του ΑΚΕΛ και που ήταν τόσο πετυχημένος και ως προς το κυπριακό και ως προς την εσωτερική διακυβέρνηση.  
Το ερώτημα παραμένει: γιατί το ΑΚΕΛ και ο Δημήτρης Χριστόφιας, με όλους τους παραστεκάμενούς του, θέλησαν να κλωτσήσουν την καρδάρα με το πλούσιο γάλα που είχαν αρμέξει;
Αλλά πρέπει να ξανάρθω στο αρχικό μου ερώτημα: γιατί χάσαμε τις εκλογές;
Μιλήσαμε για τα προ της προεκλογικής εκστρατείας. Και τώρα αρχίζει η προεκλογική διαδικασία, που αποδείχτηκε πραγματική εκστρατεία. Ανελέητο, συνεχές σφυροκόπημα και από τις δύο μεριές ενάντια σ’ αυτόν που τον θεώρησαν εχθρό τους και έπεισαν το λαό ότι ήταν και δικός του εχθρός. Λάσπη και συνέχεια λάσπη σ’ ένα πρόσωπο που ήταν άσπιλο μπροστά στη δική τους χυδαιότητα. Που κράτησε την ακεραιότητά του και δεν έπαυε να υπενθυμίζει στους αντιπάλους του ότι υπήρχε και η δεύτερη Κυριακή και ότι θα χρειαζόντουσαν συμμαχίες. Παρ’ όλα αυτά οι αντίπαλοί του βρίσκονταν στη δίνη που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και δεν ήταν δυνατό να βγουν απ’ αυτήν. Θέλει καθαρό μυαλό, για να μπορέσεις να βγεις από μια δίνη, αλλά το μυαλό των τελικών μονομάχων και των παραστεκάμενών τους ήταν πλέον θολό. Το μόνο που μπορούσαν να δουν και να διακρίνουν μες στη θολούρα τους ήταν ο προεδρικός θώκος και τον ήθελαν απεγνωσμένα πολύ.

Αντίστοιχα χρειαζόταν μεγάλη ευθυκρισία από αυτούς που συλλήβδην ονομάζουμε λαό ή εκλογικό σώμα, σάμπως και είναι ένα ομογενοποιημένο πράγμα, που το χειρίζεται ο καθένας κατά το δοκούν (μετάφραζε κατά το εξυπηρετούν) για να μπορέσουν να διακρίνουν τι πραγματικά σήμαιναν τα «επιχειρήματα» των μονομάχων (και ορθώς τους είπαν έτσι γιατί μόνο μυδράλια και ξίφη ήξεραν να χειρίζονται).

Ασύστολα ψεύδη, που ειπώθηκαν τόσες φορές, ώστε στο τέλος τα πίστεψαν και οι ίδιοι και έκαναν και τον κόσμο να τα πιστέψει. Ψεύδη, που άρχισαν να λέγονται με συγκράτηση και σχετική συστολή, κάτι σαν ανίχνευση του εδάφους,  και προϊούσης της προεκλογικής εκστρατείας πέρασαν στο να ξεχαστούν ότι ήταν ψέματα  και άρχισαν να προβάλλονται όλο και περισσότερο ως αλήθειες.
Υπερτονισμοί δευτερευόντων θεμάτων και αναγωγή τους σε πρώτιστα και υψίστης σημασίας και περιθωριοποίηση σημαντικών επιτευγμάτων ως να ήταν δευτερεύουσας σημασίας.
Άνεση και σιγουριά μπρος στην κάμερα ότι «εγώ είμαι ο πιο ωραίος» ή ο μόνος έξυπνος να χειριστώ το κυπριακό και ταχυδακτυλουργικά να δώσω λύση και αν όχι, «να καθίσω την Τουρκία στο εδώλιο»!!! Και όλους αυτούς, που στέκουν πίσω της και που μας μαγείρεψαν το Σχέδιο Ανάν, ποιος θα τους καθίσει στο σκαμνί και πώς θα μπορέσουμε να τους κάνουμε να μη μας καθίσουν εκείνοι στην ηλεκτρική καρέκλα;

Τώρα «η κκελλέ μας εμ μες στη βούρκα». Και το μόνο που επιζητούμε είναι ποιος θα μας την κόψει και πώς αυτό να γίνει όσο γίνεται λιγότερο οδυνηρά. Ποιο σφάξιμο πονάει περισσότερο; Με το πριόνι ή με το σβανά;
Είναι η τραγική μοίρα αυτού του τόπου να μην μπορεί να ζήσει ειρηνικά, χωρίς τη διαρκή έγνοια ότι η δαμόκλειος σπάθη επικρέμαται της κεφαλής του; Είναι το σύνδρομο της Στοκχόλμης, ο ασυνείδητος δηλαδή φόβος ενός λαού που έχει ζήσει επί αιώνες ανελεύθερος, κάτω από ξένες επικυριαρχίες, να ζήσει πραγματικά ελεύθερος;
Είναι το ότι πίστεψε, έτσι που να γραφτεί καλά στο μυαλό του, ότι δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία, άρα γιατί να επιζητά απελευθέρωση; Βολεύεται κάτω από την ψευδαίσθηση ότι το να έχει την ελευθερία να καταναλώνει είναι Ελευθερία, γι’ αυτό και ηδονίζεται από τον υπερκαταναλωτισμό;

Ό,τι κι αν είναι, σημασία έχει το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα ήταν ότι εκλογείς της τελευταίας στιγμής, οι λεγόμενοι αναποφάσιστοι, στην πραγματικότητα όμως κατά το μεγαλύτερο μέρος απολίτικοι, έκριναν το αποτέλεσμα των εκλογών με το να πάνε με το μέρος του πιο «ωραίου». Ζούμε στην εποχή της εικόνας. Ζούμε στην εποχή της διαφήμισης. Ζούμε στην εποχή της αοσμίας. Έτσι αδυνατούμε ή δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε την κακοσμία που κρύβουν τα αποσμητικά. Τα περιοδικά μόδας πουλούν. Τα περιοδικά κουτσομπολιού πουλούν. Τα περιοδικά που αφήνουν τα μυαλό αδρανές πουλούν. Και βέβαια ωραιοποιούν τα πάντα ή ανάγουν σε ύψιστη κατάκτηση το να αγοράζεις ό,τι σου πουλούν. Το ίδιο μεθοδεύουν και οι εκπομπές στην τηλεόραση.

Πώς ξαφνικά ο κόσμος να κάνει μια έτσι, να τα παραμερίσει όλα αυτά, για να μπορέσει να σκεφτεί, να κρίνει, να αποφασίσει. Τα κόμματα – ιδίως τα «μεγάλα» – δε θέλουν ψηφοφόρους, δηλαδή ανθρώπους που θα ζυγίζουν το βάρος της ψήφου τους και ανάλογα θα τη δίνουν. Θέλουν οπαδούς. Φανατισμένους και πολωμένους, για να μη χρειάζεται να σκεφτούν, ώστε ανάλογα να τους κατευθύνουν.

Και για μια φορά ακόμη αυτό το κατάφεραν. Κατάφεραν να μαντρίσουν αυτό το λαό που στάθηκε απέναντι σε ηγεσίες και κόμματα, απέναντι σε Αγγλία, Αμερική και Η.Ε. με άλλα λόγια απέναντι σε ολόκληρη σχεδόν την ανθρωπότητα, για να έρθουν τώρα οι ίδιες οι δικές του ηγεσίες να τον ταπεινώσουν και να τον κάνουν να μαζευτεί ξανά στο καβούκι του. Πώς αυτός ο λαός που άρθρωσε ένα τόσο περήφανο και επικίνδυνο ΟΧΙ; Πώς κατάφεραν να τον κάνουν να το πάρει πίσω και να αφήσει ακάλυπτο τον άνθρωπο που μπήκε μπροστά και δε φοβήθηκε να πάρει με παρρησία την ευθύνη;

Η λάσπη δεν άφησε το καθαρό πρόσωπό του να φανεί, για να φέξει η αλήθεια. Λάθη έγιναν και από τη δική του πλευρά. Όχι όμως λάθη διαχείρισης του ΟΧΙ, όπως διατυμπάνιζαν οι μαινόμενοι αντίπαλοί του.
Αλλιώτικα δε θα βασίζονταν και οι δύο στη συμφωνία της 8ης Ιουλίου για τη συνέχιση των προσπαθειών για επίλυση του Κυπριακού. Δε θα έρχονταν να δεχτούν τα 18 σημεία ή τις θέσεις (που τις ονομάζουν ανησυχίες) των «ηττημένων» αντιπάλων τους. Δε θα αναφέρονταν στην ανάμειξη και των πέντε μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε. στη νέα προσπάθεια επίλυσης. (Αν και βέβαια, αυτό ποτέ δεν άκουσα να το λέει ο κ. Κασουλίδης, άρα είναι κατά τι πιο επικίνδυνος ως προς το τι και πώς θα το επιδιώξει...)
Λάθη έγιναν ως προς την αντιμετώπιση του εκχυδαϊσμού της πολιτικής ζωής και επιχειρηματολογίας. Ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος προτίμησε την πολιτική της εντιμότητας και της αξιοπρέπειας, σ’ ένα περιβάλλον του ευτελισμού και της διαστρέβλωσης. Του άκρατου κομματισμού και της αχαλίνωτης προσωπικής και παραταξιακής φιλοδοξίας.
Ξαφνικά ο κομματικός λεγόμενος πατριωτισμός μπήκε υπεράνω του πατριωτισμού της πατρίδας. Η νίκη έπρεπε να είναι προσωπική του υποψηφίου  και παραταξιακή και όχι η νίκη της πατρίδας και του λαού ή έστω του εκλογικού σώματος, όπως άρδην τον αποκαλούν. Ξαφνικά αυτός ο «λαός» συρρικνώθηκε ξανά και μίκρανε.
Μπήκε στις στενές και στεγανές διαστάσεις του κόμματός του, για να νιώσει μιαν απατηλή και πρόσκαιρη ασφάλεια. Μια περαστική γεύση νίκης. Νίκη της παράταξης. Και ξαφνικά ο κόσμος που δεν ανέχεται τη νίκη της αντίπαλης ποδοσφαιρικής ομάδας, δήλωνε ότι ήταν διατεθειμένος να κάνει την υπέρβασή του και να ψηφίσει τον πολιτικό και ιδεολογικό αντίποδά του. Ελπίζοντας βέβαια ο καθένας ότι μ’ αυτό το σύνθημα θα έπειθε πράγματι τον αντίποδα για προσπορισμό ψήφων.

Και τότε ήρθε η πρώτη ήττα. Η πραγματική ήττα. Η ήττα του λαού και του τόπου. Αμέσως βγήκαν «νικητές» και παραστεκάμενοι να εκθειάσουν τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, να τον υψώσουν στα αστέρια και να του υποσχεθούν μια θέση λαμπρή στην Ιστορία, που έτσι και αλλιώς θα την έχει. Έτσι γίνεται όταν θάβεις κάποιον, πόσο μάλλον όταν αυτό το θάψιμο πρέπει τώρα να καλυφτεί, γιατί άλλοι αγώνες μάς περιμένουν. Η μάχη κερδίθηκε. Όχι όμως και ο πόλεμος!

Και τότε οι «αντίποδες» έδειξαν τα πραγματικά δόντια τους, τις «ειλικρινείς» τους προθέσεις. Ο αντικομουνισμός βγήκε από το χρονοντούλαπο, το σκιάχτρο της αντιθρησκευτικής προπαγάντας, το φόβητρο του αφελληνισμού κ.λπ.
Τώρα και οι μεν και οι δε χρειάστηκαν στηρίγματα. Χωρίς τη σύμπραξη αυτών που πετροβολούσαν πριν δε θα μπορούσαν να πετύχουν τη νίκη. Ο πόλεμος, βλέπετε, κερδίζεται μόνο με τη σύσσωμη σύμπραξη όλων. Τώρα; Οι πριν πεποιθότες και με απόλυτη αυτοπεποίθηση αυτοπροβαλλόμενοι ως σωτήρες και επιλυτές του κυπριακού αντιλήφθηκαν ξαφνικά την αδυναμία τους. Άρχισαν να διαλαλούν τις προθέσεις τους για ευρείας αποδοχής σχηματισμό κυβέρνησης. Και πριν αλέκτωρ λαλήσαι τρις, στράφηκαν και άρχισαν να γλείφουν εκεί που έφτυναν πριν. Οποία θλίψις! Ξαφνικά κανένας δεν ήταν πραγματικά χαρούμενος από το αποτέλεσμα των εκλογών.
Γιατί ο καθένας νόμιζε ότι θα περιαγάγει περιφανή νίκη με το να έχει αντίπαλο τον Τάσσο Παπαδόπουλο, γιατί εκείνος θα έμενε στη γραμμή της ακεραιότητας, ενώ αυτοί θα νικούσαν με τα αθέμιτα μέσα τους.
Και τώρα; Όπως έστρωσαν, θα κοιμηθούν. Αλλά ο εφιάλτης θα φανεί στο τέλος και αλίμονο στον  που θα γίνει ξανά κομμάτια.
Πότε αυτός ο λαός θα τινάξει από πάνω του τον μικροκομματισμό και την τύφλωση;