Ήταν καυτερός Αύγουστος κι εγώ είχα παραμείνει στη Λευκωσία, λόγω μικρού προβλήματος υγείας.
Ο ήλιος έκαιγε, η άσφαλτος έλιωνε και οι άδειοι δρόμοι αποκάλυπταν μια πόλη, που δε θα την προσέχαμε διαφορετικά. Ανάμεσα από τις αναθυμιάσεις της ζέστης, τα ΟΧΙ ξεπρόβαλαν απρόσμενα πολλά.

Είχαν περάσει δυόμισι μήνες και πολλά από αυτά είχαν σκιστεί ή είχαν ξεθωριάσει.
Η μνήμη θα ξεθώριαζε κι αυτή, όπως καθετί.
Αυτή είναι η ιστορία του τόπου, σκέφτηκα, την οποία παραποιούν ήδη από τώρα, μπρος στα μάτια μας – εμάς, που την έχουμε γράψει – οι καλοί μας φίλοι!

Τι θα γίνει αργότερα; Κι εμείς; Θα έχουμε τη σταθερότητα και το σθένος να την υπερασπιστούμε, όταν οι πιέσεις θα πολλαπλασιαστούν και θ’ αλλάξουν πρόσωπο;
Έπρεπε να προλάβουμε. Να σώσουμε ό,τι υπήρχε ακόμη. Την ιστορία που έγραψαν οι ανώνυμοι, πάνω σε τοίχους, ταμπέλες, σήματα τροχαίας, κάτω στους δρόμους, στα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά, τις βιτρίνες, ακόμα και ψηλά στους ηλιακούς θερμοσίφωνες. Συνθήματα ξεπρόβαλαν στους πιο απίθανους τόπους.
Το ΟΧΙ κυριαρχούσε και φώναζε ακόμη τη θέληση αυτού του λαού, που οι μεγάλοι εμπνευστές του Σχεδίου Ανάν νόμισαν ότι θα μπορούσαν να του το επιβάλουν “με τη θέλησή του”. Δε θα παραιτούνταν έτσι εύκολα, και αυτό είναι απολύτως κατανοητό. Είχε στοιχίσει πολύ χρόνο, πολλή δουλειά και πάμπολλα λεφτά. Οι δημιουργοί του είχαν επενδύσει σ’ αυτό. Είχαν ελπίσει ότι, με τις ευλογίες του μικρού λαού της Κύπρου, θα ικανοποιούσαν αυτούς για τους οποίους νοιάζονται περισσότερο και θα γλίτωναν από ένα πονοκέφαλο, ο οποίος μπορεί να μη φτάνει στους αφόρητους πόνους της ημικρανίας, αλλά είναι πάντα εκεί και ενοχλεί. Καλή ευκαιρία να απαλλαγούν από τον πονοκέφαλο και να τον φορτώσουν σε άλλους. Καλή ευκαιρία να κλείσουν ένα ζήτημα με τη συγκατάθεση ενός μικρού λαού, που πίστευαν ότι δεν έχει τη δύναμη κι επομένως δε θα έχει το σθένος να αρνηθεί.

Ο μικρός λαός όμως τους διέψευσε. Αποδείχτηκε πιο σθεναρός απ’ όσο μπορούσε κανείς να προβλέψει και σίγουρα λιγότερο αφελής απ’ όσο είχαν υποθέσει όσοι είχαν εργαστεί για τη διαμόρφωση αυτού του Σχεδίου.
Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι ότι ο λαός θα αρνούνταν να αποδεχθεί τα απαράδεχτα, δεν περίμεναν ένα τέτοιο συντριπτικό ποσοστό και με τόση δύναμη εκφρασμένο.
Οι άλλοι θέλησαν να το μειώσουν λέγοντας πως ήταν ο συναισθηματισμός του Προέδρου που παρέσυρε το λαό σε μια τέτοια άρνηση και παρέβλεψαν το γεγονός ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος δεν ήταν παρά ο εκφραστής της θέλησης του λαού του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πιο πυκνά συνθήματα βρίσκονται, ακόμη και τώρα, γύρω από το Προεδρικό. Γιατί άραγε; Είναι τυχαίο; Τι ήθελε αυτός ο λαός να μηνύσει του Προέδρου του; Αν ήθελαν οι φίλοι μας, θα το είχαν, όχι μόνο δει, αλλά ασφαλώς υπερτονίσει, εκθειάζοντας μάλιστα τον Πρόεδρό μας, όπως κάμνουν με κάποιους άλλους που τους υπερπροβάλλουν, τους πλατάρουν και βέβαια τους χρησιμοποιούν.
Ο Πρόεδρός μας δεν έγινε πιόνι στα χέρια τους. Πανδύσκολος ρόλος. Υπεράνθρωπη ευθύνη. Και ο λαός δεν κατάπιε το χαπάκι του. Και ο πονοκέφαλος συνεχίζεται.

Πώς θα απαλλαγούν απ’ αυτόν, όταν έχουν να κάνουν μ’ ένα μικρό, πεισματάρικο παιδί, όπως ίσως νομίζουν; Ξεχνούν ή έστω επιμένουν να παραβλέπουν ότι το πείσμα του μικρού παιδιού είναι ο τρόπος του για να υπερασπιστεί την ύπαρξή του, να δηλώσει τη θέλησή του και να πετύχει την επιθυμία του.
Ο κυπριακός λαός ξέρει, όσο μικρός κι αν είναι, ή μάλλον επειδή ακριβώς είναι τόσο μικρός και ανίσχυρος μπροστά στους ισχυρούς, που βλέπουμε τι κάνουν καθημερινά με την ισχύ τους σε όσους δεν υποτάσσονται στη θέληση και τα συμφέροντά τους, επειδή λοιπόν έχει συναίσθηση του εξαιρετικά μικρού μεγέθους του μπροστά στα μεγαθήρια της παγκόσμιας και γειτονικής πολιτικής, αρνήθηκε την υποταγή και τον αφανισμό του. Και αυτό είναι που τον εξυψώνει πιο πάνω από τους μεγάλους που θέλησαν να τον παρασύρουν, αν όχι να τον παγιδέψουν, σε μια κατάσταση από την οποία δε θα υπήρχε διαφυγή και λυτρωμός.

Ήταν αυτό ακριβώς που μέτρησε: Η επιβίωσή του πάνω σ’ αυτή τη γη και η συνέχιση της Ιστορίας του των τριών χιλιάδων χρόνων. Η διασφάλιση του μέλλοντος των παιδιών του, που τα φύτεψε σ’ αυτή τη γη με την ελπίδα να ανθίσουν και να ευημερήσουν με ασφάλεια και με τη βεβαιότητα ότι κι εκείνα θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν το ίδιο για τα παιδιά τους.
Η παραχάραξη της Ιστορίας, το σβήσιμο της εισβολής, η παραποίηση της παρανομίας του εποικισμού, με μια κροκοδείλια ευαισθησία ότι πρόκειται για ανθρωπιστικό θέμα, γιατί, οι καημένοι, ήρθαν εδώ, εγκαταστάθηκαν, έκαναν οικογένειες, γέννησαν παιδιά, τα οποία αυτή τη γη ξέρουν τώρα ως πατρίδα τους, αποτελεί το πιο απαράδεκτο επιχείρημα και απαξιώ να επιχειρηματολογήσω για την κατάρριψή  του.

Γενικά, το να προσπαθούν οι φίλοι μας να μας πείσουν για τη λογική του παράλογου – κι ακόμα χειρότερα του παράνομου και του άδικου – ο κυπριακός λαός τους το έκανε καθαρό ότι θα είναι αν όχι μάταιο, τουλάχιστον μια διαιώνιση του πονοκεφάλου από τον οποίο θέλουν να απαλλαγούν.
Το να θέλουν να προσφέρουν το καλύτερο στους συμμάχους τους είναι απολύτως κατανοητό στη διεθνή πολιτική. Το να θέλουν όμως να το εφαρμόζουν αυτό με τις ευλογίες και την πλήρη συγκατάθεση των αδικουμένων, το έχει αποδείξει και η σύγχρονη Ιστορία και η ανά τους αιώνες, ότι δεν πρόκειται να το πετύχουν.
Ο μέγας μικρός λαός της Κύπρου το υπενθύμισε για μια ακόμη φορά. Γιατί το ΟΧΙ των Ελληνοκυπρίων δεν ήταν όχι στη λύση. Δεν ήταν όχι στους Τουρκοκυπρίους, δεν ήταν όχι στην επανένωση και τη συμβίωσή μας με τους συμπατριώτες μας.
Το ΟΧΙ των Ελληνοκυπρίων ήταν ΟΧΙ στη νομιμοποίηση των τετελεσμένων, ΟΧΙ στην παραγραφή της παρανομίας, ΟΧΙ στη διαγραφή της εισβολής, ΟΧΙ στην ανατροπή της νομιμότητας με την αποδοχή μιας νέας έννομης μεν, πλην παράλογα άδικης νόμιμης τάξης.

Γι’ αυτό δεν έπεισαν τόσοι και τόσοι – εσωτερικοί και εξωτερικοί – παθιασμένοι ή μέτρια υπερασπιστές του ΝΑΙ, ενώ «έπεισε» ένα δάκρυ του Προέδρου. Δε θα είχε γελοιοποιηθεί άραγε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, αν αυτό το δάκρυ του ήταν ξένο προς την επιθυμία του Λαού του; Και γιατί το αντίστοιχο δάκρυ του κυρίου Κληρίδη δεν αποτέλεσε το αντιστάθμισμα του δακρύου του κυρίου Παπαδόπουλου, τη στιγμή μάλιστα που ο κύριος Κληρίδης επικαλέστηκε και την επικείμενη αποδημία του εις Κύριον, σημείο άκρως συγκινητικό και σεβαστό, όπως και η ηλικία του και το γεγονός ότι είχε εργαστεί επί τόσα χρόνια γι’ αυτή τη λύση;
Ο κυπριακός λαός δε μασάει. Κι αυτό φάνηκε από τη συνθηματολογία του από τη μια και από την ανεκδοτολογία του από την άλλη. Αυτή την πλευρά της «αθέατης» Ιστορίας του καταγράφουμε σήμερα με αυτό το βιβλίο, ο Σάββας Κόκκινος με τη συλλογή των ανεκδότων που κυκλοφόρησαν την περίοδο του Δημοψηφίσματος κι εγώ με τις φωτογραφίες των χειρόγραφων ή τοιχοκολλημένων συνθημάτων.