Όχι δεν πρόκειται για λάθος! Καλά  καταλάβατε. Πρόκειται για το σχέδιο ΑΜΑΝ, με κεφαλαία γράμματα και πολλαπλά λεγόμενο.
Δηλαδή ΑΜΑΝ καήκαμε, ΑΜΑΝ μπερδευτήκαμε, ΑΜΑΝ μας πουλάνε, ΑΜΑΝ μας βγάζουν στο σφυρί, ΑΜΑΝ και πώς θα σωθούμε. Πώς θα σωθούμε, όχι πλέον από αυτούς που φοβόμασταν μέχρι τώρα, τους γνωστούς και δεδηλωμένους εχθρούς, αλλά από τους αφανείς και απροσδόκητους, αυτούς που ποτέ δεν είχαμε υποψιαστεί για εχθρούς μας, που τους είχαμε εμπιστευτεί τις τύχες μας, το μέλλον μας, το μέλλον των παιδιών και των εγγονιών μας, το μέλλον αυτού του τόπου με δυο λόγια.

Έρχονται λοιπόν αυτοί οι φίλοι (οι ντυμένοι φίλοι εχθροί μας, όπως λέει και ο ποιητής) και προσπαθούν να μας πείσουν για το πόσο ωφέλιμο θα είναι για μας το σχέδιο ΑΜΑΝ.
Δε θ’ αναφερθώ στο πόσο σαθρά είναι τα επιχειρήματά τους.

Θα εκφράσω όμως την απορία μου, γιατί επιμένουν σ’ αυτά, αφού βλέπουν ότι όχι μόνο δεν πείθουν, αλλά όλο και περισσότερο εδραιώνουν την πεποίθηση του κόσμου για το πόσο καταστροφικό θα είναι στην εφαρμογή του το σχέδιο ΑΜΑΝ.
Για την ακρίβεια, όλο και περισσότερο μας πείθουν ότι δε θα μπορεί να έχει οποιαδήποτε εφαρμογή, γιατί πάρα πολύ γρήγορα θα γίνει παρανάλωμα του πυρός το υπέροχο αυτό χαρτοκατασκεύασμα των 9.000 ή 9.500 (των εννέα ή εννιάμισι χιλιάδων – προσέξτε – χιλιάδων σελίδων).
Γιατί ποιος θα γνωρίζει τόσο καλά τις πρόνοιες αυτού του αξιοθαύμαστου – πράγματι – και πανσόφως  συνταχθέντος νομικού κειμένου, την επομένη κιόλας του δημοψηφίσματος, ώστε με υπευθυνότητα και αντικειμενικότητα, με σύνεση και χωρίς υπέρβαση εξουσίας, με σωστή ερμηνεία των συνταχθέντων, να εφαρμόζει τις πρόνοιές του, ώστε να αποδειχτεί στην πράξη πλέον η ωφελιμότητα και η αποτελεσματικότητα του Σχεδίου;

«Καλά, αυτά μπορούν να διευθετηθούν», μπορεί να μας πει κάποιος και το δεχόμαστε . Πότε όμως και Πώς;! Όταν οι ίδιοι αυτοί, που θέλουν να μας πείσουν, δεν καταφέρνουν ούτε να εξηγήσουν επαρκώς ούτε να διευκρινίσουν ούτε να συμφωνήσουν ή να αποσαφηνίσουν πολλές φορές ούτε τα ίδια τους τα λεγόμενα και καταφεύγουν στις απειλές και κραδαίνουν μορμολύκια – προσφιλής μέθοδος στον μέγα και πολύ κ. Παπαπέτρου και όχι μόνο.

Γιατί καταφεύγουν στις απειλές, αφού το σχέδιο είναι από μόνο του τόσο σπουδαίο; Γιατί προσπαθούν να μας εκφοβίσουν; Μήπως επειδή το ίδιο το Σχέδιο αποτελεί από μόνο του μιαν απειλή, στην οποία μόνο με μια μεγαλύτερη απειλή μπορείς να υποκύψεις; Αυτό θέλουν λοιπόν από εμάς; Να υποκύψουμε; Και τότε ποιος ο ρόλος τους ως πολιτικών, ως νομικών, ως ταγών τέλος πάντων αυτής της μικρής έστω, αλλά αξιοθαύμαστα ανθεκτικής, όχι μόνο σε απειλές, αλλά και σε κατακτήσεις και εξανδραπόδισμούς και ό,τι άλλο παρόμοιο, χώρας;
Αυτός ο λαός άντεξε, επιβίωσε και επιτέλεσε ένα θαύμα, μετά από ένα πόλεμο – και μάλιστα διπλό πόλεμο, πραξικόπημα και εισβολή, για όσους έχασαν τη μνήμη τους – και  ακόμα πονά για τους θυσιασμένους και τους αγνοούμενους, με μια καρτερία και μιαν αξιοπρέπεια, που μόνο σεβασμό μπορεί να προκαλεί. Γιατί οι πολιτικοί και οι κάθε είδους ταγοί  μας θέλουν να γονατίσουν αυτό το Λαό;   

Γιατί θέλουν να τον πείσουν να ενδώσει, να μειοδοτήσει, να απαρνηθεί;

Ήδη έχουμε πάει στο πιο χαμηλό σημείο της υποχώρησης. Πόσο πιο κάτω να πάμε; Όταν ο λαός προσπαθεί, με όλη του τη σύνεση και την ταπεινότητα, να κρατήσει
το κεφάλι  όχι ψηλά, αλλά όχι και πολύ πιο κάτω από το σημείο που του πρέπει, γιατί οι πολιτικοί και άλλοι ταγοί προσπαθούν να τον σκύψουν πιο κάτω από κει που θα ήταν ανεκτό;
Μήπως επειδή παρεξήγησαν την ανεκτικότητα αυτού του λαού; Την ειρηνοφιλία και την καρτερικότητά του; Ή μήπως επειδή υποσχέθηκαν « Την Πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω»;
Ναι, δε θα την παραδώσουν «ελάττω», θα την παραδώσουν «ουκ ούσαν», μη κράτος, όπως λέμε «μη ον». Θα μας αντείπουν – όπως μας αντιλέγουν οι νομικοί – ότι οι φιλόσοφοι λένε ότι το μη ον υπάρχει. Ναι, υπάρχει αλλά πάντα ως «μη ον».      
Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα οι – αυτού του είδους – «ταγοί»  μας να κλείσουν το στόμα, να τα διπλώσουν και να πάνε στα σπίτια τους, μήπως μπορέσουν και σκεφτούν καλύτερα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, και ακούσουν καλύτερα τη σκέψη, τα λόγια και τη συνείδησή τους;  
Τώρα είναι η ώρα, η ευλογημένη ώρα των πολιτών.
Τώρα λοιπόν φάνηκε καθαρά η ωριμότητα αυτού του κοινού, που για χρόνια τώρα έδινε την εντύπωση ότι ήταν απαθές, αδρανές και «αχάμπαρο», (επιτρέψτε μου την έκφραση), αλλά για καμάρι όλων, αποδείχτηκε και ευαίσθητο στα μηνύματα και ικανό να τα προσλάβει και ικανό να τα ερμηνεύσει σωστά.
Αποδείχτηκε ένα κοινό που δεν άγεται και φέρεται από πολιτικούς και από πολιτικάντηδες, αλλά έχει την κρίση και το αισθητήριο να καταλάβει ποιος το αντιμετωπίζει με σοβαρότητα και υπευθυνότητα και ποιος το περιπαίζει, το εμπαίζει, ποιος προσπαθεί να το παραπλανήσει και να το παρασύρει σε περιπέτειες.
Και τώρα ξέρει τι πρέπει να κάνει με οδηγό και καθοδηγητή τη συνείδησή του και τούτο του αρκεί.