Πολλές  φορές σκέφτομαι ότι για να μας αρέσει ένα έργο ή ένα βιβλίο πρέπει να βρεθούμε στην ευτυχισμένη εκείνη στιγμή της συνάντησης, που αυτό που μας προσφέρεται είναι ό,τι ακριβώς ζητούσε ο ψυχισμός μας τη συγκεκριμένη στιγμή. Έτσι μπορεί να βρούμε το προσφερόμενο μεγαλειώδες, μοναδικό και αποκαλυπτικό.
Σε μια τέτοια περίπτωση ωστόσο και επειδή η εκτίμηση είναι υπερτονισμένη λόγω των καταστάσεων του δέκτη και του υποκείμενου στην επιρροή, η διάρκεια της επίδρασης ποικίλλει αναλόγως.

Όταν όμως το έργο τέχνης (το βιβλίο ή το πρόσωπο) διαρκεί μέσα μας, κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό θα πρέπει να συμβαίνει. Αυτό λοιπόν συνέβη και σε μένα με το "Τοπίο στην ομίχλη" του Θεοδώρου Αγγελόπουλου. Είναι ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα (αν όχι το πιο θαυμαστό) έργα που είδα τα τελευταία χρόνια.

Ζώντας στην πνευματική απομόνωση της Κύπρου, δεν έχω διαβάσει τίποτα για το έργο και ό,τι επιχειρήσω θα είναι μια υποκειμενική ερμηνεία, αλλά επιθυμώ να το κάνω, γιατί άκουσα πολλούς, και μάλιστα ανθρώπους που εκτιμώ και περίμενα να δουν τις πραγματικές διαστάσεις του έργου, να λένε ότι δεν βρήκαν τίποτα το ιδιαίτερο στην ταινία κα την αντιμετώπισαν σαν μια συνηθισμένη, αν όχι απλή ή μέτρια ταινία. Για μένα αυτό ήταν απογοητευτικό, όπως για εκείνους, απογοητευτικό για τις προσδοκίες τους ήταν το έργο. Ενώ για μένα εξακολουθεί να είναι αποκαλυπτικό, όχι μόνο τότε που το είδα και με ξάφνιασε, αλλά και τώρα τρία χρόνια μετά.

Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο.

Τι συμβαίνει λοιπόν στην ταινία; Ένας μύθος απλός: δύο παιδιά ξεκινούν να βρουν, τον πατέρα, που η μητέρα τους τούς έχει πει ότι υπάρχει, που ο θείος λέει ότι δεν υπάρχει και που εμείς ξέρουμε ότι υπάρχει, γιατί αλλιώς δε θα υπήρχαν τα παιδιά.

Ο πατέρας υποτίθεται ότι βρίσκεται στη Γερμανία, έξω από τη χώρα, πέρα από τα σύνορα, πέρα από τον υπαρκτό χώρο της ζωής των παιδιών, πέρα από το πεδίο της αντιληπτικότητας τους, στο επέκεινα του υπαρκτού κόσμου.

Αν και προτρέχω, εδώ θα ήθελα να εξηγήσω γιατί μιλώ για το επέκεινα της ζωής. Όταν τα παιδιά φτάνουν στα σύνορα ανταμώνουν ένα ποτάμι. Είναι νύχτα και πρέπει να το περάσουν για να βρεθούν στην άλλη πλευρά, όπου υποτίθεται πια, πως θα ανταμώσουν τον πατέρα.

Στα ελληνικά σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία – και όχι με τη Γερμανία – ένα  τέτοιο ποτάμι δεν υπάρχει – και βέβαια, ούτε ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος ούτε οι άλλοι δυο συνδημιουργοί του το αγνοούν. Μήπως είναι η Αχερουσία λίμνη, την οποία τα δυο παιδιά πρέπει αν διαβούν;

Η βάρκα είναι κει και τους περιμένει. Δεν υπάρχει κανένας χάροντας για να του δώσουν τον οβολό για το πέρασμά τους στην απέναντι όχθη. Αλλά σήμερα ο άνθρωπος είναι μόνος του σε όποια του ενέργεια, στη ζωή και στο θάνατο – ίσως μάλιστα κυρίως σ αυτόν – και όχι συντροφευμένος από ποικίλες θεότητες, όπως ήταν στην αρχαιότητα.
Τα παιδιά μπαίνουν στη βάρκα και κείνη αλάθητα τους οδηγεί. Μες στο απόλυτο σκοτάδι, που ωστόσο κανένα φόβο δε υποβάλλει παρά μόνο την προσδοκία και την περιέργεια, αν θέλετε, για τη συνέχεια.

Η διακοπτόμενη λάμψη του προβολέα εξυπηρετεί τις ανάγκες της ταινίας (ο θεατής δεν μπορεί να “βλέπει” σκοτάδι για πολύ), αλλά παράλληλα, πιστεύω, και τις προθέσεις των δημιουργών – θα έλεγα κυρίως του Θ. Αγγελόπουλου, που έπαιξε σε όλη τη ταινία ανάμεσα στο ρεαλισμό και στην υπερβολή του. Για να μην πω – ίσως τραβώντας από τα μαλλιά μια τέτοια ερμηνεία – ότι η φωνή του φρουρού, ο καθυστερημένος πυροβολισμός, ακόμη και ο ίδιος ο προβολέας , που κινδυνεύει να «προδώσει» και ενδεχομένως ν’ αναχαιτίσει τα παιδιά, δεν έχουν μπει, παρά για να δείξουν ότι τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την πορεία της ζωής και του θανάτου.

Η βάρκα οδηγεί αλάθητα και μαλακά τα παιδιά στην αντίπερα όχθη. Γιατί; Αφού ακολουθεί το ρεύμα του ποταμού, χωρίς τίποτα να την οδηγεί, θα έπρεπε να είχε τραβήξει μακριά και να φτάσει, ίσως, μέχρι τις εκβολές του ποταμού στη θάλασσα.

Ωστόσο βρίσκεται στην αντίπερα όχθη, ενώ αρχίζει να ξημερώσει και ενώ η χρονική διάρκεια του ταξιδιού μέσα στη βάρκα δε δικαιολογεί αυτό το «ξημέρωμα». Το χάραμα χωρίς ήλιο, μέσα στην ομίχλη, μέσα στην ασάφεια, ακόμα και στην ανασφάλεια και το φόβο (του κοριτσιού) που «διασκεδάζεται» από το παραμύθι της δημιουργίας του κόσμου, μαζί με το σκόρπισμα της ομίχλης, το «ξεκαθάρισμα» της εικόνας, μέσα σ’ ένα φως χωρίς ήλιο, υπερκόσμιο, πρωτογενές όπως το φως της πρώτης μέρας της δημιουργίας.

Και τότε καμία μορφή – ούτε του πατέρα ούτε άλλου προσώπου – καμία  κίνηση ζωής, παρά μόνο ένα δέντρο προβάλλει. Είναι το δέντρο της γνώσης; Είναι (το εκλαμβάνω εγώ τουλάχιστον) το δέντρο της ζωής – που με την ακινησία του υπαινίσσεται όλες τις κινήσεις της ζωής, το αμετάβλητο, το ακατάβλητο, το αιώνιο, το υπαρκτό.
Τα παιδιά το αγκαλιάζουν.

Τι έχει γίνει ο πατέρας; Έχει από καιρό ξεχαστεί, καθώς στην πορεία για το αντάμωμά του, συνάντησαν και έζησαν πολλά: ό,τι ζει ο κάθε άνθρωπος λίγο ή πολύ στη ζωή του: το ξύπνημα της υπαρξιακής αγωνίας (Ποιος είμαι; Τι είμαι; Από ποιους έχω γεννηθεί; Ποιος ο προορισμός μου στη ζωή;) Η αναζήτηση μιας ταυτότητας. Η απόφαση για την πραγμάτωση μιας πορείας. Το ξεκίνημα, συχνά χωρίς εφόδια (Και ποιος θα’ λεγε, ότι είναι γερά εφοδιασμένος για το μεγάλο – όχι σε διάρκεια – ταξίδι της ζωής;)
Οι αντιξοότητες, αλλά και οι ευνοϊκές καταστάσεις της ζωής (το χιόνι που κάμνει το θαύμα του και τα παιδιά ξεγλιστρούν είναι ίσως και πάλι παρατραβηγμένη ερμηνεία μου, αλλά ίσως είναι αυτό το πρώτο ξεπέρασμα της παιδικής θνησιμότητας, της πρώτης μεγάλης νίκης για το ξεπέρασμα της αδυναμίας και τη συνέχιση της ζωής, που συχνά συμβαίνει πραγματικά με τρόπο μαγικό).

Η μοναχική πορεία: τα παιδιά είναι μόνα τους σ’ ένα δρόμο που τραβά μόνο μπροστά, ακόμα κι όταν απειλείται η επιστροφή τους ή κινδυνεύουν να μην μπορούν να συνεχίσουν. Αυτό δε γίνεται ποτέ. Αντίθετα τραβούν μόνο μπροστά. Υπάρχει μόνο το βάρος, που δημιουργεί η συναισθηματική φόρτιση απ’ όσα συναντούν στο δρόμο τους και που μοιάζει να καθιστά το ταξίδι τους μη πραγματοποιήσιμο πιο πολύ από τις πραγματικές –ρεαλιστικές – αντικειμενικές δικαιολογίες: έλλειψη εισιτηρίου (αλήθεια έτσι δεν ερχόμαστε στη ζωή και χωρίς εισιτήριο δε ταξιδεύουμε;), έλλειψη χρημάτων ή άλλων εφοδίων (τι κινεί κάθε άνθρωπο στο ταξίδι της ζωής, που δεν εκφράζεται κι όμως – πιστεύω – χαρακτηρίζει τον κάθε άνθρωπο που αποκτά σιγά σιγά συνείδηση του είναι και της φύσης της ζωής; Που μαθαίνει τον πόνο, τη βία, την κακία, την αγάπη, την καλοσύνη, τη συμπαράσταση, αλλά και τη διάψευσή τους, τη μοναξιά).

Τα παιδιά είναι μόνα τους στο ταξίδι και δεν ανταμώνουν άλλους ανθρώπους, παρά για να ζήσουν όλες αυτές τις εκφάνσεις της ζωής, όλα τα φανερώματα και τα διδάγματά της. Χρειάζεται να δουλέψουν για να φάνε, να υποχρεωθούν για να προχωρήσουν, να κινδυνέψουν, να βιαστούν, να κουραστούν, να αγαπήσουν, να εμπιστευτούν, να απογοητευτούν και να επιμείνουν, να συμβιβαστούν (το κορίτσι είναι έτοιμο να πάει με τον φαντάρο).

Είναι το τελευταίο στάδιο της ζωής: ο άνθρωπος έχει κουραστεί, δεν έχει πια αποθέματα, δεν μπορεί να παλεύει άλλο, ζητά και περιμένει από τους άλλους, είναι στο έλεος του ελέους τους. Άλλος θα ταπεινωθεί, άλλος όχι, αλλά ο κίνδυνος πάντα υπάρχει. Και τότε η ίδια η ζωή θα έχει ολοκληρωθεί.

Να αναφερθώ περαιτέρω σε επιμέρους σημεία, το θεωρώ περιττό. Έδωσα σε πολύ γενικές γραμμές τις σκέψεις μου. Αρχική μου πρόθεση ήταν να ακολουθήσω τη γραμμή της ταινίας και να αναφερθώ σε όλα τα σημεία της πορείας της, ερμηνεύοντάς τα. Θα τη σκότωνα: Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, όπως είναι αυτή η ταινία, μιλά από μόνο του. Απλά θέλησα να βοηθήσω κάποιους που έχουν την ικανότητα να δουν. Ίσως γιατί αρέσει στον άνθρωπο να μοιράζεται εμπειρίες, ιδίως όταν αυτές είναι τόσο μαγευτικές ή αποκαλυπτικές. Και μη μου πείτε πως η ταινία πέρασε και δεν έχει επικαιρότητα. Ένα φιλοσοφικό δοκίμιο δεν παύει να μιλά ποτέ.

Σημειώστε, παρακαλώ, φιλοσοφικό, αλλά όχι μεταφυσικό. Η τυχόν μεταφυσική του βγαίνει από το παιχνίδι του ρεαλιστικού είναι της ταυτόχρονης υπέρβασής του.