Ήταν , που λέτε μια φορά, ένας ράφτης, ατζαμής. Έπιασε να ράψει ένα παντελόνι, ήρθε μακρύ το ένα πόδι, το έκοψε λίγο, μετά ήρθε μακρύ το άλλο. Ξαναέκοψε  το πρώτο, ήρθε μακρύ το δεύτερο. Μια το ένα μια, μια το άλλο, έμεινε μόνο ο κάβαλος .

Ήταν κι ένας Λα(γ)ός, που εδώ και πολύ καιρό φορούσε ένα παντελόνι με ένα πόδι μακρύ και ένα κοντό. Είπαν κάποιοι ραφτάδες να του ράψουν ένα καινούριο και καλό παντελόνι. Έπιασαν λοιπόν έκοβαν, έραβαν επί δέκα ολόκληρα χρόνια.
Άμα τελείωσαν, το έδωσαν σ’ ένα ξυλοπόδαρο, που μ’ ένα μακρύ κοντάρι το κρατούσε ψηλά και το επιδείκνυε. «Κοιτάξτε πόσο τέλειο είναι!», καμάρωναν οι ραφτάδες.
«Έλα τώρα να το φορέσεις.» είπαν του Λα(γ)ού. «Πώς μπορώ να το φορέσω!»,  απόρησε εκείνος, «είναι μακρύ και στενό!» «Ναι, μα είναι τόσο περίτεχνο, τόσο καλοδουλεμένο!» του είπαν. «Έχει εννέα χιλιάδες ραφές! Το δούλεψαν περίφημοι τεχνίτες, που ξέρουν να κόβουν και να ράβουν.» «Ναι», απάντησε λιγάκι στενοχωρημένος οΛα(γ)ός, «αλλά όσο κι αν το γυρίσω, πάλι θα είναι μακρύ. Άλλωστε είναι τόσο στενό, που δε χωράω μέσα.»
«Ανοησίες!», του απάντησαν οι ραφτάδες, «θα μπεις και θα είσαι μια χαρά.»
«Θα βγει η ψυχή μου», απάντησε ακόμα πιο στενοχωρημένος ο Λα(γ)ός. «Περιφρονείς την Τέχνη μας; Αμφισβητείς την αξία μας; Αρνείσαι να φορέσεις το ρούχο που σου ράβαμε με τόσο κόπο δέκα ολόκληρα χρόνια; Και δε σκέφτεσαι τι θα πάθεις αν αρνηθείς;»
«Τι θα πάθω;» Ρώτησε έντρομος ο φτωχός Λα(γ)ός. «Θα μείνεις έτσι, με το παλιό παντελόνι. Δε θα έχει πια για σένα καινούριο για πολύ πολύ καιρό. Θα κόψουμε το μακρύ πόδι του τωρινού παντελονιού σου να κρυώνει, μπορεί να πιντώσουμε το άλλο να μακρύνει... και τότε θα είναι χειρότερα», είπαν όλο οργή οι ραφτάδες.
Ο Λα(γ)ός, στενοχωρημένος όσο ποτέ, είπε να ρωτήσει το γιατρό του.
«Θα έχεις πολλές επιπτώσεις, του είπε ο γιατρός του. Ξέρεις, τη δεκαετία του εξήντα, τότε που η μόδα πρόσταζε τους νέους να φορούν πολύ στενά παντελόνια, πολλοί έπαθαν ανικανότητα από την πίεση που δέχονταν στο ευαίσθητο εκείνο σημείο του σώματός τους από το πολύ στενό καβάλο.»
Πήγε πίσω ο Λα(γ)ός, «λυπούμαι, τους λέει, δεν μπορώ να δεχτώ το ωραίο σας
δώρο, γιατί κινδυνεύει η υγεία μου και δε θέλω να παίξω το μέλλον μου κορώνα -
γράμματα.»  
«Μα τι λες τώρα!», άρχισαν να τον καλοπιάνουν, «είναι δυνατό εμείς (!) να θέλουμε το κακό σου; Σε βεβαιώνουμε ότι θα είσαι μια χαρά. Να, για να πιστέψεις, θα σου δώσουμε και ένα λόλλιπο!» « Λόλλιπο; Δεν είμαι μωρό για να θέλω λόλλιπο!» «Καλά, θα σου δώσουμε ένα καρώτο, ένα μεγάλο, μεγάλο καρώτο!» «Μα... αν φάω ένα τόσο μεγάλο καρώτο, θα παχύνω και το παντελόνι θα μου στενέψει ακόμα πιο πολύ!»
Θέλετε το τέλος της ιστορίας; Σε λίγες μέρες θα υπάρχει σε όλες τις εφημερίδες.
Έτσι θα ξέρουμε αν ο Λα(γ)ός έφαγε το καρώτο.

Άννα Τενέζη
 
Υ.Γ.1 Επειδή δεν υπάρχει κανένα πονηρό υπονοούμενο, αντικαθιστώ το καρώτο με
ένα πολύ ωραίο μαρούλι. Τόσο ωραίο που μοιάζει με λουλούδι.
Υ.Γ.2 Έβαλα το καρώτο, επειδή μας έχουν πει ότι ο λαγός τρώει καρώτο, όχι πάντως σανό.