Έχουμε τη μεγάλη τύχη να κατοικούμε σε μια πόλη όμορφη, ερωτική, ανθρώπινη (παρά τη μεγάλη αύξηση των αυτοκινήτων και των καυσαερίων), μια πόλη για την οποία πολλοί μας μακαρίζουν (κι εγώ προσωπικά τον εαυτό μας), μια πόλη ιστορική, όπου περπατώντας νιώθεις όλη εκείνη την ενέργεια που άφησαν οι απελθούσες γενεές, όπως και οι περίοδοι της Ιστορίας.

Είχαμε επίσης την τύχη να έχουμε έναν από τους λίγους Δημάρχους, που βρισκόταν μπροστά από το λαό του, που μας ξάφνιαζε ευχάριστα με τα έργα του, που σκεφτόταν και έκαμνε πράγματα για την πόλη μας πριν καν περάσουν από το μυαλό μας και πολύ πριν γίνουν αίτημα των κατοίκων ή της κοινωνίας. Αυτή, πιστεύω, ήταν και η μεγάλη του επιτυχία, γιατί συνήθως οι πολιτικοί βρίσκονται πολύ πίσω από το λαό και την κοινωνία και για να κάνουν πράξη ένα αίτημα ή μιαν ανάγκη του κόσμου, ή ο κόσμος πρέπει να αγανακτήσει και να ξεσηκωθεί ή το αίτημα να βρομίσει.

Εκτός τούτων, ο τότε Δήμαρχός μας ήταν και απλός, προσιτός, ευπροσήγορος, τον συναντούσες συχνά και σε διάφορους τόπους, μπορούσες να του πεις το παράπονό σου άμεσα, χωρίς επισημότητες και χωρίς να χρειάζεται να κλείσεις ραντεβού. Εκείνος, βέβαια, απαντούσε το ίδιο άμεσα, άνετα, χωρίς να πειράζεται, πειράζοντας μάλιστα τον παραπονούμενο με τη γνωστή σπιρτάδα και το χιούμορ του, που διέλυε την τυχόν πίκρα και μετρίαζε το  παράπονο. Έτσι λοιπόν υπηρέτησε αυτή την πόλη για τριάντα περίπου χρόνια. Ώσπου ήρθε ο καιρός που το σύνθημα «Με δήμαρχο το Λέλλο η πόλη έχει μέλλον» δεν έπειθε πια, από τη μια γιατί είχε κάνει πολλά και όλοι στερεύουν κάποτε και από την άλλη γιατί μια ανανέωση πάντοτε είναι αναγκαία.

Έρχεται λοιπόν αυτός ο Δήμαρχος και υποστηρίζει κάποιον, που ακόμα αναρωτιόμαστε γιατί το έκανε. Τι πίστεψε σ’ αυτόν και τι τον έκανε να ελπίζει; Ότι ίσως ήταν ο ιδανικός ή έστω ισάξιος διάδοχος; Γιατί το να πιστέψουμε πως ίσως το έκανε για να φανεί η μεγάλη του διαφορά από το διάδοχό του μας δυσκολεύει να το δεχτούμε για έναν άνθρωπο που αγάπησε και υπηρέτησε τόσο την πόλη του.

Ερχόμαστε τώρα στον νυν Δήμαρχο. Το να πει κανείς ότι είναι ένας Δήμαρχος – Φάντασμα δε στέκει, γιατί όπου πανηγύρι, χάι χούι και τραλαλά έτον μέσα, πρώτος και καλύτερος, με τα διακριτικά του Δημάρχου επί του στήθους, το κύπελλο στο χέρι να το ανεμίζει και να φωνάζει «Επιάαμέν το, ρεεε!», με μουσική μπακγκράουντ  άσ’ τα να πάνε, με τις κολλούες στο χέρι να διαβάζει και να δυσκολεύεται, αλλά να περηφανεύεται στις συνεντεύξεις ότι η Λευκωσία έγινε τώρα πια μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, επειδή ντύσαμε με μουσαμάδες τα περίπτερα της πλατείας Ελευθερίας και χάθηκε το ιδιαίτερο και γραφικό της χρώμα. Αλλά γίνεται να διαθέτουμε ιδιαίτερο χρώμα και να γινόμαστε γραφικοί στα μάτια της Ευρώπης, εμείς τα μυξιάρικά της;

Τέλος πάντων θα δεχόμασταν αγόγγυστα αυτό τον εξευρωπαϊσμό, αν τον ακολουθούσαμε και σε όλα τα άλλα. Όπως, για παράδειγμα, στο αμελητέο και τόσο δευτερεύον θέμα της καθαριότητας της πόλης, που ο προηγούμενος Δήμαρχος θέλησε να την καθαρίσει ακόμα και από τα αποτσίγαρα, διακινδυνεύοντας και αυτή τη δημοτικότητά του, ενώ ο νυν Άρχων της Πόλεως συναγωνίζεται τον Συνάρχοντά του της άλλης πλευράς και κλείνουν τα μάτια κι οι δυο σαν σε συγχορδία και αφήνουν αυτή την πανέμορφη, ιστορική πόλη, με την τόσο γλυκιά και υποβλητική ατμόσφαιρα, την ενέργεια που διεγείρει το νου, το σώμα και τη διάθεση, να είναι έρμαιο των σκουπιδιών και να κινδυνεύει να πνιγεί στο πεταμένο χαρτί, μπουκάλι, τενεκεδάκι, αλουμίνιο, πλαστικό και άλλα πολλά.

Μπορεί, βέβαια, ο κύριος Δήμαρχος να πιστεύει ότι αυτά όλα ομορφαίνουν  την Πόλη μας, μια που είναι φιλότεχνος και διαθέτει και ιδιωτικό Μουσείο, το οποίο μάλιστα έχει στη διάθεση του κοινού για την αισθητική του καλλιέργεια. Αλλά η αισθητική καλλιέργεια και ο πολιτισμός ξεκινάει από το να μάθεις το παιδί να μην πετά το χαρτάκι, που στο κάτω κάτω είναι και το πιο αθώο, μια που θα διαλυθεί στην πρώτη βροχή.

Αλλά πώς να πείσεις το παιδάκι του δημοτικού ή του νηπιαγωγείου ή του γυμνασίου να κάνει κάτι τέτοιο, όταν βγαίνοντας από το σχολείο του και σε όλη τη διαδρομή για το σπίτι, όλα τα ανωτέρω στολίζουν την πόλη μας;

Και, άντε καλά, είπαμε εξίσωση με τους Τουρκοκύπριους, όλοι το επιθυμούμε αυτό για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε ξανά, αλλά να τους ανεβάσουμε στο επίπεδό μας, όχι να κατεβούμε εμείς στο δικό τους. Ίσα αυτό βρήκαμε να ζηλέψουμε; Χάθηκε να ζηλέψουμε τα καλά τους στοιχεία που θυμίζουν τη δική μας προπολεμική αθωότητα;

Ίσως ο κ. Δήμαρχος να θεωρήσει ότι υπερβάλλουμε, μια που είναι ολοφάνερο ότι αγνοεί την κατάσταση της πόλης, την οποία υποτίθεται ότι εκλέγηκε να υπηρετεί. Μια φίλη μου συνέστησε να φωτογραφήσω, εκτός όλων των άλλων και τις ποντίκες που παρελαύνουν έξι η ώρα κάθε πρωί, ολόγυρα από την αρχοντική και δεσπόζουσα της περιοχής Πύλη Αμμοχώστου. Δε θα κάνω αυτή τη χάρη του Δημάρχου μας.

Ας πάρει τα πόδια του, ας πάρει τα μάτια του και, παρόλο που δε χρειάζεται,  και τα γυαλιά του και ας περπατήσει κατά μήκος της Ονασαγόρου, του δρόμου από την Πλατεία Ελευθερίας μέχρι τη ΑΤΗΚ και βέβαια το οδόαφραγμα, το οποίο ας το περάσει κιόλας, για να κάνει τη σύγκριση, ώστε να μπορεί να καυχιέται ότι τουλάχιστον εμείς έχουμε λιγότερα σκουπίδια, μια που ξέρει, ως λογιστής, όλα να τα μετρά αριθμητικά και όχι ποιοτικά, ας πάει μετά και μέχρι το Δημοτικό του Λυκαβηττού, διασχίζοντας τη Νικοδήμου Μυλωνά στο ανέβα και τη Δημητσάνης στο κατέβα, χωρίς να παραλείπει όλες τις παρόδους, και, αν δεν πεισθεί για του λόγου το αληθές, δέχομαι να μου κάνει στην Πλατεία Ελευθερίας όποιον διασυρμό θα τον ικανοποιούσε.