Όταν ήμασταν μαθητές, στους ανελεύθερους εκείνους καιρούς, που η κυκλοφορία των μαθητών ήταν περιορισμένη ως τις εφτά το βράδυ το χειμώνα και  ως τις εφτάμισι το καλοκαίρι, που απαγορευόταν με ποινή αποβολής και μείωσης της διαγωγής το να πηγαίνουν οι μαθητές – μαθήτριες στο σινεμά ή στο θέατρο, πολύ περισσότερο σε πάρτι, είχε παρουσιαστεί στην κυκλοφορία η πρώτη ελληνική ταινία με πολιτικό περιεχόμενο, που είχε κάνει σάλο για την εποχή της, η πολυσυζητημένη τότε «Το αίμα βάφτηκε κόκκινο».

Εμείς, μαθήτριες του Γυμνασίου Θηλέων τότε, (γιατί οι περιορισμοί επέβαλλαν όχι μόνο χωριστά σχολεία, αλλά και καμιά επικοινωνία μεταξύ αγοριών και κοριτσιών)
ζητούσαμε επίμονα από τους καθηγητές μας να μας επιτρέψουν να πάμε να δούμε την ταινία αυτήν. Οι καθηγητές βέβαια, θεματοφύλακες ποιος ξέρει – και ποιος αναγνωρίζει πλέον – ποιας ηθικής, αρνιόντουσαν εξίσου επίμονα, αφού αυτό επέβαλλαν οι νόμοι και οι κανονισμοί.

Ανάμεσα σ’ αυτούς όμως υπήρχε και ένας φωτισμένος Δάσκαλος – καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται – μαθηματικός, με πολλή αγάπη και πολλή γνώση, που μας έμαθε πρωτίστως να σκεφτόμαστε και, αφού είχαμε πετύχει αυτό, μας έκανε να αγαπήσουμε τα Μαθηματικά, τη Φιλοσοφία, τα Αρχαία Ελληνικά και το Θουκυδίδη, τον οποίο διάβαζε από το πρωτότυπο και μας τον εκθείαζε για τη σύνθετη σκέψη του, την αντικειμενικότητα στη γραφή του και την καθαρότητα του λόγου του. Αλλά δεν ήταν ανόητα και στείρα αρχαιόπληκτος, όπως συνέβαινε με πολλούς τότε. Αγαπούσε και γνώριζε άριστα τη δημοτική, στην οποία μας υπαγόρευε τους κανόνες και τη θεωρία των Μαθηματικών, με μια καθαρότητα διατύπωσης που τη ζήλευαν οι φιλόλογοι, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να μας διδάσκουν την “απλή καθαρεύουσα”, στην οποία άλλωστε ήταν γραμμένα και τα βιβλία.

Αυτός λοιπόν ο δάσκαλος, ο κύριος Σακελαρίου (κρίμα που δε θυμάμαι το μικρό του) μας είπε: «Να πάτε, παιδιά μου, να πάτε!» «Μα πώς να πάμε, κύριε! Αφού θα μας βάλλουν αποβολή!» Και τότε η αποβολή συνεπαγόταν και μείωση της διαγωγής και αυτή με τη σειρά της σε απέκλειε από τις εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου. Με άλλα λόγια, κατέστρεφε το μέλλον σου.
Ήταν δηλαδή τόσο ανεύθυνος αυτός ο άνθρωπος ή τόσο αδιάφορος για το ποιες θα μπορούσε να είναι οι επιπτώσεις; Όχι, βέβαια! Ήξερε πολύ καλά ότι, αν πηγαίναμε εν σώματι, οι καθηγητές δε θα μπορούσαν να αποβάλουν μιαν ολόκληρη έκτη τάξη, ώστε ένα ολόκληρο Σχολείο να μην έχει ούτε ένα υποψήφιο για το Πανεπιστήμιο. Ήθελε να μας κάνει να έχουμε ομαδικό και αλληλέγγυο πνεύμα από τη μια και από την άλλη να μάθουμε να παίρνουμε την ευθύνη επάνω μας για τις πράξεις και τις αποφάσεις μας. Γιατί η απάντησή του στο ότι θα μας επιβάλουν αποβολή ήταν: «Εδώ παρανομούμε για πράγματα που είναι όντως παράνομα, γιατί να μην παρανομήσουμε για πράγματα που δεν είναι παράνομα!»

Αυτό το περιστατικό και αυτή την προτροπή ενός από τους εκλεκτότερους δασκάλους που γνώρισα, θυμήθηκα τούτες τις μέρες με την καταδίκη της κυρίας Ακκελίδου.

Ένας άλλος Δάσκαλός μου, ο μέγας και πολύς Ιωάννης Κακριδής, καταδικάστηκε από τους συναδέλφους του στην περίφημη «Δίκη των τόνων» και έχασε την έδρα του στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, γιατί στη γραφή του είχε εφαρμόσει το μονοτονικό σύστημα!
«Τι θέλεις να μας πεις;» μπορεί να μου πείτε. Να σας εξηγήσω, αν δεν το καταλάβατε, ότι από το νόμο είναι πιο πάνω η ηθική και η ηθική είναι εκείνη που δικαιώνεται. Ότι ο νόμος θεσπίζεται τη μια και αλλάζει την άλλη. Αλλά αυτό που παραμένει διαχρονικό και αναλλοίωτο είναι αυτό καθαυτό το Δίκαιο και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ήττα της δικαιοσύνης από του να παραδέχεται ότι καταδικάζει μιαν ηθική και αξιέπαινη πράξη, απλά και μόνο γιατί απειλήθηκε η εξουσία της!
Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν τραγικό – και τότε θα μπορούσαμε να το παραγνωρίσουμε – αυτό που σημαίνει και συμπαρομαρτεί αυτή η πράξη, γιατί γεννά μια σειρά από ερωτηματικά:

α) Γιατί η δικαστική εξουσία ένιωσε ότι απειλείται, αν είναι εδραιωμένη σε σωστά ερείσματα;

β) Γιατί ένιωσε την ανάγκη να διαφημίσει τον εαυτό της;
Η διαφήμιση χρειάζεται εκεί που πρέπει το κοινό να πεισθεί για κάτι, όταν αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετά πειστικό.  Αν η δικαιοσύνη στην Κύπρο ήταν αδιαμφισβήτητη, ποια η ανάγκη να αυτοδιαφημιστεί;

γ) Μήπως λοιπόν θα έπρεπε η Δικαιοσύνη να εξετάσει τον εαυτό της, αντί να ζητά θύματα, για να δει πόσο αξιόπιστη είναι ανάμεσα στον κόσμο και αν αυτό δε συμβαίνει, να επανατοποθετηθεί ως προς την άσκηση των καθηκόντων της;

Τι κρίμα τέλος, που θυσιάζει την ουσία για να κρατήσει τους τύπους!