Με ύφος περίλυπο κι ενοχλημένο και λόγια διδακτικά περί του πρακτέου και μη,  βγήκε ο – ποιος κύριος; – να  μας πει ότι δεν πρέπει να ενοχλούμε το ιερό πρόσωπο του Προέδρου. Έχει (ο Πρόεδρος), μας είπε, δικαίωμα στην ιδιωτική του ζωή. Έχει δικαίωμα σαν κάθε άνθρωπο να χαρεί την οικογένειά του, τη γυναίκα του, τα παιδιά, τα εγγόνια του. Μα... αυτό ακριβώς του λέμε κι εμείς κάθε βράδυ, οι απλοί πολίτες αυτού του τόπου. Να πάει στο σπιτάκι του και να χαρεί, όχι μόνο τα παιδιά και τα εγγόνια του, αλλά και δισέγγονα και τρισέγγονα, αν τον αξιώσει ο Θεός, για να θυμάται και να βασανίζεται όσο χρειάζεται, αν βέβαια διαθέτει μια τέτοια ευαισθησία.

Αυτό του ζητάμε. Να πάρει το καπέλο, τα γυαλάκια και το μπαστουνάκι του και να πάει στο σπιτάκι του, για να περισώσει τουλάχιστον την ιδιωτική του ζωή, αφού τη δημόσια την έχει κάνει... άσ’ τα να πάνε. Για την ακρίβεια, την έχει κάνει πιο κει από το «άσ’ τα να πάνε», γι’ αυτό και ένας λαός που πριν ήταν αυτής της φιλοσοφίας και πρακτικής, τώρα πια δεν μπορεί άλλο  να σπρώχνει τα σκουπίδια πίσω από την πόρτα και θέλει να τα βγάλει έξω από την πόρτα.

Σωστά το λέει ο κύριος «όποιος» ότι ο κύριος Πρόεδρος έχει δικαίωμα στην ιδιωτική του ζωή. Όπως ακριβώς ο καθένας.
Τι γίνεται όμως, όταν κάποιος εισβάλλει με το θάνατο και ανατρέπει την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων; Αυτό είναι θεμιτό και πολιτικά – ή όπως αλλιώς – ορθό και το να αντιδράς σ’ αυτή την κατάσταση είναι ανήθικο και αθέμιτο και ενάντιο στους θεσμούς;

Ιερό το πρόσωπο του Προέδρου και σεβαστός ο θεσμός.
Όταν όμως ο ίδιος ο Πρόεδρος μαγαρίζει το θεσμό με την υπέρτατη και έσχατη προσβολή έναντι στο λαό του, τότε ο λαός όχι μόνο νομιμοποιείται, αλλά και έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει και τη δικιά του και την εκπεσμένη αξιοπρέπεια του Προέδρου. Ο σεβασμός, εκτός του ότι δε χαρίζεται, κερδίζεται, δεν είναι μονόδρομος. Πρέπει να σέβεσαι, για να σε σέβονται, πρέπει να εμπνέεις το σεβασμό και όχι να τον απαιτείς ή να θέλεις να τον επιβάλεις με δηλώσεις περί ηθικής και εντιμότητας, αφού δεν μπορείς αλλιώς. (Με άλλα μέσα, εννοώ, που διαθέτουν κάποιοι  άλλοι...)

Αν ο κ. Χριστόφιας ήταν δεόντως ή στοιχειωδώς ηθικός και έντιμος ως πολιτικός, θα είχε βγει από την πρώτη στιγμή του μεγάλου συμβάντος, και αφού θα είχε συνέλθει από το συνταρακτικό σοκ, να δηλώσει ταπεινά άγνοια, λάθος ή ό,τι άλλο, και αφού αναγνωρίσει τις ευθύνες του, να δηλώσει συντριβή, να ζητήσει συγνώμη και να μαζέψει τα μπογαλάκια του, για να πάει στο σπιτάκι του.
Αντ’ αυτού, αρπάχτηκε από κείνην την καρέκλα, που θα έπρεπε πλέον να τον καίει και να τον ζεματάει, και έμεινε εκεί κολλημένος σαν το κακότροπο, κακομαθημένο παιδί, που δε θέλει να αφήσει το παιχνίδι του στα χέρια κάποιου άλλου. Κακοφανισμένα ενεργεί, κακοφανισμένα συμπεριφέρεται, ποιος; Το γελαστό παιδί της Πολιτικής μας. Αυτό το χαμόγελο είχε προβάλει ως μέγα αντιόπλο στην προεκλογική του εκστρατεία κατά του τότε Προέδρου Παπαδόπουλου.
Ο Παπαδόπουλος ήταν «μούργος». Αυτός – ως παιδί του λαού – ανοιχτόκαρδος και ανοιχτοαγκάλης. Όλοι ήταν φίλοι του και με όλους θα συνεννοούνταν φιλικά. Η πόρτα του Προεδρικού θα ήταν ανοιχτή για κάθε πολίτη...
Τώρα, κάθε βράδυ πλήθος κόσμου διαδηλώνει έξω από το Προεδρικό. Γιατί δεν ανοίγει την πόρτα του, γιατί δεν ανοίγει την αγκαλιά του, έστω και για να παρηγορήσει εκείνους του χαροκαμένους συγγενείς; Τι έγινε το χαμόγελό του; Τι έγινε η υπόσχεσή του για ανοιχτό Προεδρικό; Θα δεχτεί άραγε ο κ. Χριστόφιας τους πεζοπόρους των τριακοσίων χιλιομέτρων; Ή μήπως ο δρόμος του Προεδρικού περνάει μέσω Συρίας και Ιράν; Και για να ανοίξει η πόρτα του Προεδρικού, ποια άλλη πρέπει να χτυπηθεί πρώτα;     

Απορία: Όταν ο κ. Χριστόφιας έπαιρνε τον εγγονό του αγκαλιά και τον περιέφερε στα εκλογικά κέντρα ή τη μάνα του και τον εγγυότανε ως υποψήφιο, τι ακριβώς έκαμνε;
Δε φαντάζομαι να πείτε ότι δημοσιοποιούσε την ιδιωτική του ζωή! Για σκεφτείτε το καλύτερα...