Μελέτησα τα χρόνια μου και τα βρήκα εξήντα πέντε. Εξήντα πέντε πλούσια, μεστά, γλυκόπικρα, χρόνια αγαπητά.
Μισός αιώνας και μια δεκαπενταετία!

Γέρνω. Γέρνω στη δύση. Με χαρά. Με ταπεινότητα. Με ευγνωμοσύνη.
Αγαπώ τις ρυτίδες μου. Εκείνες γύρω από τα μάτια. Τα όμορφα μάτια που είχα κάποτε. Τα εκφραστικά και πονεμένα. Που πολλοί τα παίνεψαν. Και που πολύ τα αγάπησα, γιατί ήταν εκφραστικά του μέσα μου κόσμου.
Τώρα, τα μάτια μου σβήνουν και αυτό μου αρέσει πολύ. Γιατί ακόμα δείχνουν τον μέσα μου κόσμο, κι ας μη λάμπουν όπως παλιά.
Αγαπώ τις ρυτίδες μου. Όχι εκείνες γύρω από το στόμα, γιατί το κάνουν να φαίνεται όχι ευχαριστημένο. Όμως το στόμα μου είναι. Και ψάλλει ύμνους. Ύμνους ευγνωμοσύνης. Και χαράς.
Για φανταστείτε! Αξιώθηκα να ζήσω εξήντα και πέντε χρόνια με υγεία. Με χαρά, παρά τις πικρές και αντίξοες ημέρες, που με πότισαν με αγάπη για τη ζωή.  
Έζησα το θέατρο της ζωής. Αυτό το άχαρο κάποτε. Το πικρό, το γλυκό, το ενδιαφέρον και πάντα συναρπαστικό. Είτε – και πολλές φορές – ως θεατής, είτε – λιγότερο ίσως – ως δημιουργός του. Όμως και να το βλέπεις έχει ενδιαφέρον.

Κρύβουμε τα χρόνια μας. Γιατί άραγε;
Εκείνα ξέρουν ότι στοιβάζονται μέσα στο σώμα. Θα ξεγελάσουμε το σώμα μας; Εκείνο ξέρει εν τη σοφία του.
Θα γίνουν λιγότερα, αν δεν τα πούμε; Θα μας τα κλέψει κανείς; Ή μήπως φοβόμαστε τη χαιρεκακία που μπορεί να ξεσηκώσουμε.
Το σώμα μας είναι το χρηματοκιβώτιο των χρόνων και των εμπειριών μας. Όσο πιο πλούσιο είναι, τόσο πιο βαρυφορτωμένο. Ή και το αντίστροφο.
Θα θέλατε ένα άδειο χρηματοκιβώτιο; Όσο για να λέτε ότι έχετε ένα τέτοιο; Και λοιπόν; Πού είναι ο πλούτος σας;
Είμαι πλούσια! Από εμπειρίες, από αγάπη, από ζωή. Μακάρι να μπορούσα να σας δώσω λίγα από αυτά.

Πολλές φορές στο σχολείο τραγουδούσα και κάποτε έφερνα και μια γυροβολιά.
Μια συνάδελφος, χωρισμένη και άτεκνη, με καλή καρδιά, με χαιρόταν λίγο πικρά και σχολίαζε, «τι καλά που δεν έχεις έγνοιες!» «Ναι, έχεις δίκιο», απαντούσα με χαμόγελο, με συγκατάβαση, και μέσα μου ευχόμουν με ζέση, «μακάρι ο Θεός να μη σου δώσει όσα έχει δώσει σε μένα». Γιατί το τραγούδι ήταν το ξέσπασμά μου στο βαρύ φορτίο των δεινών. Η έκφραση της πίκρας, εξίσου με την έκφραση της χαράς. Γιατί ήμουν το ίδιο ευγνώμων και για τα δυο. Όπως είμαι το ίδιο ευγνώμων για τα γηρατειά μου, όπως ήμουν για τα νιάτα μου. Ή μάλλον όχι. Όπως συμβαίνει με τους πιο πολλούς νέους, που δε γνωρίζουν – και γι’ αυτό δεν αναγνωρίζουν – τι μεγάλο δώρο κατέχουν (ολότελα δικό τους, όλο δικό τους κτήμα), έτσι κι εγώ ήμουν λιγότερο ευτυχισμένη ως νέα. Και όσο έβλεπα τι έχανα, τόσο άρχισα να το εκτιμώ και να το αγαπώ. Και όταν διάβασα τη φράση «ο Θεός μάς δάνεισε την αναπνοή», τότε όλα φωτίστηκαν και η φιλοσοφία μου της ζωής άλλαξε.
Ναι, τίποτα δεν είναι δοτό, πέρα απ’ αυτό το υπέροχο χάρισμα της ζωής.
Τίποτα δεν είναι δικό μας. Όλα μας χαρίστηκαν, ακόμα και αυτά για τα οποία δουλέψαμε πολύ. Ακόμα κι αυτά μας χαρίστηκαν ως ανταμοιβή. Ανταμοιβή για τους κόπους μας. Αλλά πόσοι κόποι μας δεν πήγαν χαμένοι! Και πόσων άλλων ανθρώπων οι κόποι δεν υπήρξαν μάταιοι! Ακόμα λοιπόν και αυτή η ανταμοιβή μάς δόθηκε.
Ας ευγνωμονούμε. Που ο καθένας από μας κάτι αξιώθηκε.
Και πιο πολύ απ’ όλα, αξιώθηκε αυτό το υπέροχο χάρισμα της ζωής.

Τα λέω όλα αυτά, με αφορμή όσα μας βρήκαν στην Ελλάδα πρώτα και στην Κύπρο τώρα. Δεν ξέρω τι ακόμα θα μας βρει. Φοβάμαι τα χρόνια που έρχονται, αλλά προσβλέπω στα χρόνια που θα έρθουν μετά από αυτά, αν αξιωθώ να τα ζήσω. Αλλά, ακόμη κι αν όχι, χαίρομαι γι’ αυτούς που θα τα αξιωθούν, χωρίς να πιστεύω ότι θα είναι κατ’ ανάγκη καλύτερα.
Καλύτερα, ως προς τι; Ως προς την υλική ευμάρεια; Τη ζήσαμε. Και λοιπόν; Μας οδήγησε στην ανοησία, στην αναλγησία, στον άκρατο εγωισμό, στον αυτισμό.
Πολλές φορές έχω πει – και το νιώθω και το περηφανεύομαι – «ευγνωμονώ που υπήρξαμε φτωχοί». Αξιώθηκα να δω τη γιαγιά μου – και τις γυναίκες της γενιάς της μάνας μου – να ζυμώνουν το ψωμί ή το τσουρέκι και να το σταυρώνουν με ευλάβεια, πριν το σκεπάσουν με φροντίδα και αγάπη, για να φουσκώσει. Κι ύστερα, όταν το έβγαζαν ζεστό από το φούρνο, πρώτα έκαμναν με το μαχαίρι το σημείο του σταυρού κι ύστερα το έκοβαν. Ευγνωμονώντας γι’ αυτό το θείο δώρο.
Ο σεβασμός στο ψωμί, σ’ αυτό το ταπεινό καθημερινό αγαθό, που εμείς το περιφρονήσαμε, ήταν τόσος, που όχι μόνο δεν επιτρεπόταν να πετάξεις έστω και μια βούκα ψωμί (είναι αμαρτία, έλεγαν), αλλά, άμα έπεφτε κατά λάθος, το έπαιρναν με ευλάβεια, το φιλούσαν και το τοποθετούσαν κάπου, που να μπορεί να το φάει ένα άλλο ζωντανό. Ακόμα και τα ψίχουλα από το τραπέζι, η μάνα μου τα μάζευε στη φούχτα της και τα πετούσε στην αυλή. «Για τα ζωντανά του ουρανού και της γης», έλεγε, εννοώντας τα πουλιά και τα μυρμήγκια. Και χαιρόταν να βλέπει να πουλιά να πεταρίζουν χαρούμενα, βουτώντας στη λιχουδιά.

Γιατί τα ξεχάσαμε όλα αυτά; Αυτές τις μικρές, βαθιές χαρές;
Γιατί γίναμε άνθρωποι του «έχω»; Γιατί δεν μυριστήκαμε ποτέ ότι όσα κι αν έχουμε, τίποτα δεν κατέχουμε;  
Ή μήπως αυτή η κατά βάθος υποψία – αν όχι βεβαιότητα – μας έκαμνε να είμαστε κτητικοί; Κτητικοί στα «έχω» μας, κτητικοί στις σχέσεις μας, κτητικοί ακόμα και σ’ αυτό που δεν είχαμε, αλλά επιθυμούσαμε να αποκτήσουμε.
Να αποκτήσουμε τι; Ελάχιστα ουσίας. Τα πιο πολλά για το θεαθήναι και το φαίνεσθαι. Τα πιο πολλά για το επιφανειακό κύρος. Ένα κύρος στηριγμένο σε καλαμένια πόδια.

Ευγνωμονώ το Θεό, που με αξίωσε να ζήσω εξήντα και πέντε ολόκληρα χρόνια. Και το μόνο που παρακαλώ είναι να ζήσω όσα μου υπολείπονται – αν – με υγεία και αγάπη. Αμήν και για όλο τον υπόλοιπο κόσμο ή τουλάχιστον για όποιον το επιθυμεί.


Υ.Γ. Γιατί μας αρέσει τόσο ένα ηλιόγερμα και όχι το ηλιόγερμα της ζωής, όταν είναι όμορφο;