Έλειπα από την Κύπρο, είχα πάει στην πατρίδα των γονιών μου, την Κιουτάχεια, όταν έγινε το κακό. Το τι κάνει τον άνθρωπο να αναζητά τις ρίζες του και να θέλει να επιστρέψει σ’ ένα χώρο, από τον οποίο έχει εκδιωχθεί, δε θα το πραγματευτώ τώρα, διότι δεν είναι της παρούσης.
Έμαθα το γεγονός από την κόρη μου και προσπάθησα να πληροφορηθώ όσο γινόταν μέσω του ίντερνετ και όχι μόνο. Η καταστροφή ήταν μεγάλη, ο θάνατος είχε πάρει ανθρώπους και οι πληγωμένοι βρίσκονταν στα νοσοκομεία.
Επιστρέφοντας βρήκα τη μισή Λευκωσία βυθισμένη στο σκοτάδι.. Ένας φόβος έμοιαζε να υπερίπταται στον ουρανό της.  Η πόλη σχεδόν βουβή.

Στην πρώτη συζήτηση που άκουσα γύρω από το γεγονός (ΡΙΚ, Καρεκλάς) υπήρξε ο ισχυρισμός ότι ο Πρόεδρος δεν ήξερε. Μα... αν δεν ήξερε, δύο τινά μπορούσαν να συμβαίνουν, ή να μην είχε ζητήσει να πληροφορηθεί, που σημαίνει αδιαφορία ή υποτίμηση του μεγέθους του κινδύνου ή οι άνθρωποί του να μην τον είχαν πληροφορήσει έγκαιρα, κατάλληλα και επαρκώς.  Σ’ αυτή την περίπτωση και πάλι δύο τινά συμβαίνουν. Ή ο Πρόεδρος δεν έχει διορίσει τους κατάλληλους ανθρώπους, ώστε να τον ενημερώνουν με τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που πρέπει, ή η σχέση του μαζί τους είναι τέτοια, που  κάνει τους ανθρώπους του να αποκρύβουν πράγματα ή να μειώνουν τη σοβαρότητά τους. Τότε, στη μεν πρώτη περίπτωση ο Πρόεδρος έχει κάνει κακή επιλογή ανθρώπων, στη δεύτερη δε έχει επιτρέψει την ανάπτυξη παρασίτων που διαβρώνουν τις σχέσεις και των ανθρώπων γενικά, αλλά στην προκειμένη υποσκάπτουν τη θέση του Προέδρου. Άρα, όπως και να το δει κάποιος, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Πρόεδρος απέτυχε στο συγκεκριμένο στοιχείο, δηλαδή στο να είναι ικανός – ο Πρόεδρος ή ο όποιος αρχηγός-ηγέτης – να επιλέγει, διορίζει, αναθέτει στα κατάλληλα πρόσωπα τις ανάλογες ευθύνες.

Ας έρθουμε τώρα στην πολιτική και τις σκοπιμότητες, που ήθελε να εξυπηρετήσει ο Πρόεδρος. Ειπώθηκε ότι οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων οφείλονταν στο γεγονός ότι ο Πρόεδρος ήθελε να μην κακοφανίσει τον αγαπητό του και αγαπητό στο λαό του Πρόεδρο της Συρίας κύριο Άσαντ, όπως και την περσική κυβέρνηση, επειδή απ’ αυτούς έχει τα πλείστα όσα να ωφεληθεί. Δε θα συζητήσω τις επιλογές του Προέδρου μας, ήταν αναμενόμενες με βάση την ιδεολογία και τους προσανατολισμούς του, άσχετα αν αυτό μας βοηθούσε ή όχι.  Έρχομαι όμως στην ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Είναι γνωστό ότι μία από τις δεξιότητες, που χαρακτηρίζουν τον ηγέτη-ηγεμόνα-αρχηγό κράτους ή όποιου σχήματος, είναι η ικανότητα γρήγορης, άμεσης, αλλά και σωστής λήψης αποφάσεων. Πολύ περισσότερο για την Κύπρο, που λόγω της ιδιαιτερότητάς της, μπορεί να προκύψει ανάγκη για ακαριαίες αποφάσεις. (Θυμηθείτε επί Σπύρου Κυπριανού το περιστατικό με τους Αιγύπτιους.)
Έρχομαι τώρα στο θέμα του κατά πόσο ο Πρόεδρός μας ήταν άξιος να πάρει γρήγορες, άμεσες και σωστές αποφάσεις.
Το πράγμα βοά ότι δεν ήταν. Θέλουμε και άλλες αποδείξεις;
Τι μένει λοιπόν; Αφού κάνουμε τον απολογισμό των μέχρι τώρα πεπραγμένων, να δούμε πώς προχωρούμε παρακάτω.

Συνοψίζουμε επομένως: ο Πρόεδρος αποδείχτηκε ανίκανος να κυβερνήσει σωστά ένα τόπο με προβλήματα, η πολιτική του «του πλαταρίσματος», του καλοπιάσματος, του «είναι φίλος μου και θα λύσουμε μαζί το (κυπριακό) πρόβληματ», του «λέμε ναι, για να τσιμεντώσουμε το όχι», με άλλα λόγια η πολιτική του να τα έχουμε καλά με όλους, αποδείχτηκε όχι μόνο ουτοπία, αλλά και καταστροφική. Τι περιμένει λοιπόν ο Πρόεδρος μετά απ’ αυτή την καταστροφή; Ότι ο ίδιος που τη δημιούργησε, θα την επανορθώσει; Με ποια φόντα; Με ποιες ικανότητες; Με ποιες αρχηγικές δεξιότητες και με ποιους συνεργάτες;
Όταν αρνείται να ακούσει το λαό του, που κάθε βράδυ μαζεύεται έξω από το σπίτι του, γιατί σπίτι του λαού είναι το Προεδρικό, στο οποίο στέλνει για να κατοικήσει και από κει να διαχειριστεί τις τύχες του κόσμου, έναν κάθε πέντε χρόνια, που θα θεωρήσει άξιο να ανταποκριθεί σ’ αυτή του την προσδοκία. Τώρα αυτή η προσδοκία δεν έχει απλώς διαψευσθεί, έχει καταρρακωθεί, χωρίς ελπίδα γιατρειάς και ο λαός ζητά την παράδοση της εξουσίας από έναν που την χρησιμοποίησε, για να ανατινάξει όχι μόνο τις προσδοκίες και τα όνειρα, αλλά ακόμα και αυτή τη σκληρή πραγματικότητα της ύφεσης και της κρίσης και να την κάνει εφιάλτη αβίωτο, χωρίς ελαφρυντικά.

Τι περιμένει λοιπόν ο Πρόεδρος, για να περισώσει τουλάχιστον το πολιτικό του ήθος (αν υπάρχει) και την αξιοπρέπεια αυτού του λαού, που τον εξαναγκάζει σε εξευτελισμό και αγανάκτηση για την αχαρακτήριστη συμπεριφορά του;  
Ειπώθηκε πως είναι «οι δικοί του» που δεν τον αφήνουν. Αν αυτό συμβαίνει, ο ίδιος ο Πρόεδρος αυτή τη στιγμή βρίσκεται εγκλωβισμένος στην ίδια πολιτική που ασκούσε στους οπαδούς του. Μέχρι τώρα εκείνος και το «κόμμα» του εγκλώβιζαν τον κόσμο τους και τον κατεύθυναν εκεί όπου θεωρούσαν σωστό ή μήπως εκεί όπου ο αριβισμός του κυρίου Χριστόφια και των πέριξ αυτού εξυπηρετούνταν;
Τώρα, η ίδια αυτή πρακτική ασκείται εις βάρος του, για να μη διαλυθεί το κόμμα. Ή μήπως ο ίδιος επιλέγει να «αυτοεγκλωβιστεί», για να μην απογοητεύσει τους οπαδούς του;

Και τι χρειάζονται ακόμη οι «οπαδοί» του να πάθουν ή να πάθει ο τόπος, για να παραδεχτούν την πλήρη και άνευ ελαφρυντικών χρεωκοπία του Αρχηγού τους;
Ο οποίος στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία στο ότι ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος δάκρυσε μιλώντας για την Πατρίδα του, την οποία δε θέλησε να παραδώσει εν λευκώ και αμαχητί σε όσους τον πίεζαν να το κάνει, ο ίδιος όμως έκλαψε, όταν η μάνα του πήγε και υπέγραψε για την υποψηφιότητά του. (Δεν έκλαψε όμως μπροστά στη συμφορά που προκάλεσε!)

Η μάνα του, η οποία εν τη σοφία της απλής γυναίκας του λαού και με το ένστικτο που κάθε μάνα διαθέτει, τον είχε συμβουλεύσει να κρατηθεί μακριά από την καυτή καρέκλα που ονειρευόταν. Ο Κύριος Χριστόφιας όμως ήταν τόσο τυφλωμένος από τη φιλοδοξία του, είχε υποσχεθεί, βλέπετε, της γλυκιάς του Ελισάβετ, ότι θα της έδινε τον τίτλο, που το όνομά της συνεπαγόταν, ώστε όχι μόνο δεν άκουσε τη μάνα του, αλλά την έπεισε να τον «εγγυηθεί».  Έτσι, όταν το ζεύγος εγκαταστάθηκε στο Προεδρικό, έπρεπε να το κάνει ισάξιο των άλλων αντίστοιχων του εξωτερικού κι έτσι τα χρήματα έπρεπε να διατεθούν για τον ιερό αυτό σκοπό...
Έτσι είναι. Για τον καθένα, άτομο, πολίτη, σύνολο ή κράτος, προέχουν οι προτεραιότητες. Γιατί να μυκτηρίσουμε οποιονδήποτε;
Αν τώρα... αυτή η πρακτική ήταν αναμενόμενη από έναν άνθρωπο του λαού...
Γιατί όχι; Ο καθένας δρα κατά τα κόμπλεξ και τις ελλείψεις του. Μια γυναίκα πολύ κοντή φορά πλατφόρμες με δώδεκα πόντους τακούνι. Μπορεί κανείς να την επικρίνει γι’ αυτό; Ένας φαλακρός μπορεί να ξοδέψει για φυτευτά μαλλιά όσα δε θα ξόδευε για την οικογένειά του. Μπορούμε εμείς να τον κρίνουμε;

Τι λόγος μας πέφτει λοιπόν και ζητούμε την κεφαλή του Προέδρου επί πίνακι;
Λεφτά δεν υπήρχαν για  αποτροπή του θανάτου και άλλωστε κανείς δεν ξέρει πότε ο θάνατος θα χτυπήσει. Ζούμε όλοι με την ελπίδα ότι δε θα ’ρθει ποτέ, ναι ή όχι;
Γιατί λοιπόν τα βάζουμε με τον καημένο τον Πρόεδρό μας και δεν τον αφήνουμε να μας οδηγήσει στην περίτρανη νίκη της επίλυσης του Κυπριακού, της επανόρθωσης της Οικονομίας και της εφαρμογής της «φιλολαϊκής» του πολιτικής;
Αμφιβάλλουμε περί των καλών του προθέσεων; Πώς είναι δυνατό; Δε μας απέδειξε τις ικανότητές του ως προς αυτό;
Γιατί λοιπόν δεν πηγαίνουμε στα σπίτια μας και να τον αφήσουμε απρόσκοπτο στο έργο του;
Το κυπριακό δεν το ολοκλήρωσε. Η οικονομία γλιστρά. Η Ευρωπαϊκή Προεδρία τον περιμένει. Πώς να αφήσει «δόξης στάδιον λαμπρόν»;

Σωπάστε λοιπόν και αφήστε τα ακελικάκια να τον «σιουμαλίζουν», όπως κι εκείνος κάμνει προς αυτούς. Άλλωστε ποιος σας είπε ότι ο κύριος Χριστόφιας είναι Πρόεδρος όλων των Κυπρίων; Τον είδατε ποτέ να συμπεριφέρεται έτσι; «Και τώρα και πάντα ΑΚΕΛ, ΑΚΕΛ, ΑΚΕΛ!» Όσο για όσους ανήκουν στην «αριστερά – νέες δυνάμεις», αθώες περιστερές. Αυτοί δεν είναι του κόμματος!

Όχι, όχι! Παρακαλώ, μη ρωτάτε. Και βέβαια το «κόμμα» δεν είναι ο καθένας που είναι ενταγμένος σ’ αυτό και το στηρίζει. Οι άνθρωποι πίστεψαν στο «Κόμμα» σαν σε θρησκεία. Το «Κόμμα» δεν κάμνει λάθος. Το «Κόμμα» είναι σωστό. Το «Κόμμα» ξέρει και όταν το «Κόμμα» δείχνει να μην είναι «σωστό» είναι γιατί εμείς δεν είμαστε σε θέση να δούμε το «σωστό». Έχει ποτέ κάνει λάθος το «Κόμμα»; Έχει ποτέ το «Κόμμα» βγει από τη γραμμή του; Έχει ποτέ αλλάξει πλεύση και πολιτική; Όχι, ποτέ ως προς το μάντρισμα.

Ας αναλύσουμε τώρα αυτή την ψυχολογία και πρακτική, για να κατανοήσουμε τα ακατανόητα.
Όταν πληροφορήθηκα το γεγονός της 11/7/11, η πρώτη μου σκέψη ήταν «ο αριβισμός του κυρίου Χριστόφια έφτασε στο τέλος του.»
Βλέποντας όμως την επιμονή του να μην παρατά το θρόνο του, αναρωτήθηκα πώς άραγε να ένιωθε αυτός ο άνθρωπος και γιατί το γινάτι του να μην παραιτείται.
Η εξήγηση που μπόρεσε να δώσει το φτωχό μου μυαλό ήταν ότι επί τόσα χρόνια, τόσο συστηματικά και «διπλωματικά», με τόσες θυσίες ακόμα και «δικών» του άξιων στελεχών, όπως στις τελευταίες κοινοτικές και δημοτικές εκλογές έκανε, κατάφερε να αναρριχηθεί σ’ αυτή την καρέκλα. Πώς είναι δυνατό τώρα να τα αρνηθεί όλα αυτά και να καθίσει τον εαυτό του στο σκαμνί και να κάνει έναν απολογισμό, ώστε να δει την ενοχή του;
Όχι, ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ένοχος. Αλλιώς θα είχε βγει από την πρώτη στιγμή, να παραδεχτεί λάθος, να δώσει μια εξήγηση, όποια κι ήταν αυτή, να ζητήσει βαθιά και ταπεινά συγνώμη, να πάρει το μπαστουνάκι και το καπέλο του και να πάει στο σπίτι του, να σώσει ό,τι είναι δυνατό να περισωθεί από την καταρρακωμένη αξιοπρέπειά του και μαζί αυτού του λαού που τον εξέλεξε και του ανέθεσε την εντολή.
Αντ’ αυτού και μόνο μετά από την κατακραυγή για το περίφημο «διάγγελμά του», είπε κυνικά ότι η συγγνώμη της Κυβέρνησης πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Γιατί; Από πού κι ως πού; Με βάση ποια δεδομένα;
Και «θα γίνει έρευνα και θα τιμωρηθούν οι αίτιοι». Από ποιον; Από μια μονομελή «επιτροπή» διορισμένη από τον ίδιο. Δε γνωρίζω τον κύριο Πολυβίου ούτε αμφισβητώ το παραμικρό που τον αφορά. Όμως... τι θα γίνει αν ο άνθρωπος έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς κάποιο πρόσωπο, πρωτοβουλία, αβουλία, παράλειψη και λοιπά;
Με ποιον θα συζητήσει τις αμφιβολίες του; Πού θα αποταθεί για να πάρει μια δεύτερη γνώμη; Δεν αμφισβητώ το «πόσο μεγάλο κεφάλι» είναι. Αλλά, βρε αδερφέ, όσο μεγάλοι και αν είμαστε πάντα ένα άλλο κεφάλι σκέφτεται διαφορετικά και μπορεί να μας βοηθήσει!

Όμως, ακόμη και αν το δεχτούμε αυτό, όπως το δέχτηκαν όλοι, τι είναι αυτά τα μασκαρέματα, να λέει ο Πρόεδρος ότι όλοι οι υπεύθυνοι θα πληρώσουν, «ακόμη και ο ίδιος ο Πρόεδρος»! Μα ο Πρόεδρος είναι εκ προοιμίου υπεύθυνος. Αν εκείνος δεν είναι υπεύθυνος στα «του οίκου του», είμαι εγώ; Ακόμα και αν είναι απολύτως ανεύθυνος – που το δέχομαι χάριν συζήτησης – και πάλι η ευθύνη αντανακλά πάνω του και εκείνον στιγματίζει ανεπανόρθωτα. Άρα, τι τσιόφτες μας τσαμπουνά;
Νόμισε ότι όλος ο λαός είναι τα ακελικάκια του και όπως μέχρι τώρα έπειθε εκείνα, έτσι θα πείσει και εμάς;
Το παιχνίδι τέλειωσε, κύριε Χριστόφια. Το αίσχος θα σε κυνηγά. Ακόμα κι αν πληρώσεις, που δεν το ’χεις σκοπό, πλήρωσαν για σένα οι αθώοι. Πώς το αίμα τους σε αφήνει να κοιμάσαι τις νύχτες και γιατί επιμένεις να κρατιέσαι τόσο απελπισμένα από εκείνην την καρέκλα; Δε σε καίει; Δε σε τσουρουφλίζει; Δε σε καρφώνει και θέλεις να καρφωθείς πάνω της; Άντε άδειαζέ μας τη γωνιά! Εμείς σε βάλαμε σε κείνο το σπίτι. Τώρα δε σε θέλουμε πια σ’ αυτό. Άντε τα μπογαλάκια σου και πολύ κράτησε το πείσμα σου.
«Το γινάτι βγάζει μάτι» και «Α πον ακούει του γονιού, παραγωνιάς τζοιμάται.» Δεν άκουσες τη μάνα σου. Δεν άκουσες τη σοφή πεπειραμένη φωνή του λαού. Τώρα δεν ακούς όσα βγαίνουν και λένε άνθρωποι απλοί κάθε νύχτα μπροστά στο Προεδρικό. Μήπως μπορείς να ακούσεις τι θα πει η Ιστορία για σένα; Για κάνε μια προσπάθεια να αφουγκραστείς, μεγάλε Πρόεδρε της Λύσης, που χωρίς εσένα ο Τόπος θα χαθεί!
Τι άλλο μένει να χαθεί, για να πας στ’ Ανάθεμα (το πολιτικό και ιστορικό);