Για μιαν ακόμη φορά ο ελληνικός πολιτισμός μεγαλούργησε. Αυτή δεν ήταν μια ταινία του Παντελή Βούλγαρη βασισμένη στο σενάριο της Ιωάννας Κρυστιάνη! Ήταν όλη η πορεία του Ελληνισμού από την εποχή της θυσίας της Ιφιγένειας και των περιπετειών του Οδυσσέα, ως την τελευταία, μεγάλη τραγωδία που ξερίζωσε τους Έλληνες της Μικράς Ασίας από τη νέα γη, στην οποία είχαν πορευτεί και εγκατασταθεί, σπρωγμένοι από την ανάγκη, οι αρχαίοι ημών, αλλά τόσο πλησίοι πρόγονοί μας. 
Ο Παντελής Βούλγαρης έκανε μια ταινία μεγάλη. Μια ταινία απόλυτα ισορροπημένη, “αυτοσυγράτητη” – όπως οι νύφες – που, ενώ σχοινοβατεί σ’ ένα υπέροχο ύψος και μας καθηλώνει στο υπέρτερο καθώς την παρακολουθούμε, ωστόσο δεν ξεφεύγει ούτε στιγμή ούτε προς το δράμα – πόσο μάλλον προς το (χολιγουντιανό) μελό – ούτε προς το ρομαντισμό ούτε προς τη λογική και την ουδετερότητα, προς την αποστασιοποίηση που ψυχραίνει, αλλά ούτε και στην ταύτιση που συρρικνώνει και συστέλλει τα πράγματα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις.
Αυτή η απόλυτη ισορροπία ανάμεσα σε όλα τα στοιχεία της ταινίας, όπως και ανάμεσα στο σενάριο, τη σκηνοθεσία, τη μουσική, τα σκηνικά, τα κοστούμια, το φωτισμό, τη φωτογραφία, το παίξιμο των ηθοποιών (αντρών και γυναικών, πρωταγωνιστών και μη), παραπέμπει απευθείας στους τρεις μεγάλους τραγικούς, που ξέρουν να ζυγίζουν το απόλυτα αναγκαίο και να δίνουν το ουσιώδες, γι’ αυτό και διαρκές.
Συμπεριέλαβα τη σκηνοθεσία μέσα στα όλα στοιχεία της ταινίας, αλλά είναι φανερό ότι αυτή έχει το προβάδισμα και αποτελεί την κορωνίδα, γιατί ασφαλώς ο σκηνοθέτης ήταν ο ιθύνων νους όλων αυτών και χωρίς το μαγικό του άγγιγμα η ταινία θα μπορούσε εύκολα να γείρει προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Θα μπορούσε να γίνει μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, που θέλει να μας συγκινήσει, να μας ερεθίσει, να μας γαργαλήσει ή ό,τι άλλο τελοσπάντων, αλλά όχι να μας πει μιαν αλήθεια. Όμως η ταινία του Παντελή Βούλγαρη, όπως και όλες του άλλωστε, επειδή ακριβώς έχει να πει μιαν αλήθεια, βαθιά όσο και ο πόνος των ανθρώπων που την έζησαν, διαφέρει τόσο από μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή κι ας έχει τα γνωρίσματά της: πολύ καλοί ηθοποιοί, πάρα πολλοί κομπάρσοι, υπέροχα σκηνικά και κοστούμια, θαυμάσια σκηνοθεσία.
Σε τι διαφέρει από το Χόλιγουντ; 
Στην ουσία! Αυτό κάνει την ταινία μεγαλύτερη από τις χολιγουντιανές και γι’ αυτό είπα στην αρχή ότι ο ελληνικός πολιτισμός μεγαλούργησε για μιαν ακόμη φορά: το Χόλιγουντ είναι της επιφάνειας, του θεαθήναι, της αφήγησης, του δοσίματος όλων των στοιχείων και όλων των δεδομένων που συνθέτουν την ιστορία της ταινίας. 
Ο λιτός, αλλά ουσιαστικός ελληνικός πολιτισμός δίνει το καθετί σε δόση, που ο ανεπαρκής θεατής ή αναγνώστης θα μπορούσε να κρίνει ελλιπή, γιατί δε θα ικανοποιούσε την απαίτησή του για το δοτό και το ευκολοχώνευτο. Αυτό νομίζω ότι εξηγεί και το γιατί κάποιοι βρήκαν αργή την ταινία ή όχι τόσο σπουδαία ή ακόμη και κάποιοι χωρίς ενδιαφέρον. Σε αυτούς τους τελευταίους θα συγκατέλεγα τους ανθρώπους που δεν έχουν αρκετές εμπειρίες, ώστε να μπορούν να δουν και να καταλάβουν.
Η ταινία αυτή, δηλαδή ο σκηνοθέτης, κάνει ό,τι και ο “Μέγας Ποιητής του Ολίγου”, όπως ονόμαζε τον Καβάφη ο καθηγητής μου της Φιλοσοφίας κ. Μπούσουλας, Αλεξανδρινός και αυτός και μέγας θαυμαστής του ποιητή. Υπαινίσσεται. Δεν αφηγείται, όπως μια χολιγουντιανή ταινία. Λέει την ιστορία των εφτακοσίων γυναικών που βρίσκονται πάνω στο καράβι σ’ αυτό το ταξίδι, αλλά και όλων εκείνων που βρίσκονταν ή θα βρίσκονται σε άλλα ταξίδια κατοπινά,  όπως και όλων αντίστοιχα των αντρών που τις περίμεναν ή θα τις  περιμένουν, των γυναικών που δε δέχτηκαν να μπουν σ’ αυτό το παζάρι, όπως και των αντρών που έμειναν απ’ έξω, για κάποιο λόγο. 
Και όλα αυτά λέγοντάς μας κάτι λίγο από μερικές μόνο ιστορίες. Και ενώ δίνει ακροθιγώς, θα μπορούσε να πει κανείς, την κάθε ιστορία, το αποτέλεσμα είναι υπερπλήρες, γιατί γεμίζει από τις εμπειρίες του καθενός, γιατί αφήνει χώρο στη φαντασία του επαρκούς “αναγνώστη” να γεμίσει τις άγραφες σελίδες.
Υπαινίσσεται λοιπόν. Από τη στιγμή που το βλέμμα του Ντέμιαν μπαίνει στη ταινία, ο ελληνικός πολιτισμός αποκτά ένα θεατή, που θυμίζει τον Πρίαμο στο Β της Ιλιάδας.
Αυτό το βλέμμα που βλέπει. Δεν ξαφνιάζεται, δεν υποκινείται από περιέργεια, δεν παρακολουθεί. Μόνο στιγματίζει. Βλέπει και ξεχωρίζει τη στιγμή. Είναι το βλέμμα του φωτογράφου, που επισημαίνει. Που ξέρει να ξεχωρίζει το ουσιώδες, όσο κι αν φαίνεται μικρό. Το βλέμμα που φέρνει τη διάκριση. Το βλέμμα που δεν είναι ιδιοτελές, γιατί βλέπει, για να αποσπάσει εικόνες για τους άλλους. Βλέπει, για να υποδείξει στους άλλους τι πρέπει να δουν. Πού είναι το ουσιώδες, για να εστιαστούν. 
Ο έρωτας έρχεται κατόπιν. Όταν αυτό το ουσιώδες αποδεικνύεται διαρκούν και όχι εφήμερο. Όταν το ουσιώδες υπάρχει και κάτω από την εικόνα. Ή μάλλον, όταν η εικόνα είναι έκφραση της ουσίας, που υπάρχει στα βάθη και στα μύχια της ψυχής.
Αυτό το βλέμμα, που με έκανε να κλαίω από τη στιγμή που εμφανίστηκε στην οθόνη, ως τη στιγμή που αντίκρισε τη “νύφη” στο εξώφυλλο του περιοδικού. Να κλαίω, προσπαθώντας να κρατήσω απεγνωσμένα την κραυγή που έβγαινε από μέσα μου και ορμούσε να ουρλιάξει μέσα στον κινηματογράφο, να μετατρέψει τη σκοτεινή αίθουσα σ’ ένα τεράστιο ηχείο, για να εκφράσει τον πόνο και την ανάταση, που εκείνο το βλέμμα μου προκαλούσε. Πόνο, γιατί έβλεπε αυτό που έπρεπε να δει και μας έκαμνε κι εμάς να το δούμε. Ανάταση, γιατί ό,τι είναι αριστοτεχνικό, μόνο ανάταση και αναβάθμιση της ψυχής και της εσωτερικής μας ποιότητας προκαλεί.
Αλλά ήταν ένα βλέμμα, που δεν έβλεπε μόνο. Ήταν ένα μάτι, που φανέρωνε. Την  εμπειρία της ζωής. Το ακροβάτημα στις παρυφές της ζωής, όταν είσαι ταξιδιώτης. Το φόβο και τον κίνδυνο ενός πολεμικού φωτορεπόρτερ. Το ξεπέρασμα του φόβου, όταν έχεις επιλέξει και επιμένεις να ζεις μέσα στην καρδιά των γεγονότων, όσο επικίνδυνα και αν είναι αυτά.
Ήταν ένα βλέμμα, που δεν επιθυμεί και όμως ερωτεύεται. Που εκφράζει μια ψυχή, η οποία έχει σχεδόν αποσυρθεί και όμως παθιάζεται. Που φανερώνει την επιθυμία, που νόμιζε πως  είχε σβήσει κι ωστόσο αναζωπυρώνεται. Βλέμμα δηλωτικό, που μας παίρνει μαζί του σε όλες τις περιπέτειες που έχει ζήσει και που στην ταινία δεν υποδηλώνονται καν. Ένα βλέμμα, που αφουγκράζεται το νερό στην καρδιά του βράχου. Ένα βλέμμα γεμάτο σαν τις ανατολίτικες αγορές που έχει δει.
Πώς μπόρεσε ένα βλέμμα να πει τόσα πολλά; Κι εκείνο το δάκρυ που δεν έλεγε να στάξει! Η σκηνή με το λυμένο παπούτσι, που αποτραβιέται από συστολή, αλλά υποχωρεί από μεγαλοσύνη...μου θύμισε μιαν άλλη μεγάλη στιγμή του ελληνικού κινηματογράφου στην ταινία του Σμαραγδή για τον Καβάφη, όπου η πένα του ποιητή παρουσιάζεται κυρίαρχη σε όλη την οθόνη και βλέπει κανείς την ιδέα του ποιητή στην άκρη της πένας να στάζει κατ’ ευθείαν από το μυαλό του, αλλά και το δισταγμό του μυαλού για την ιδέα που έχει συλλάβει και  που διστάζει να τη γράψει, γιατί προφανώς δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Αντίθετα, το βλέμμα “εκείνης” καθαρό σαν τα κρυστάλλινα νερά της Σαμοθράκης, “άδειο” από εμπειρίες, όπως ο ορίζοντας ολόγυρα από το νησί της, “στεγνό” σαν τον ξερό βράχο, που υψώνεται κυριαρχικός στον τόπο της και που καθορίζει το ήθος της φυλής της. Βράχος το ήθος της. Βράχος η απόφαση και η αποφασιστικότητά της. Νεράκι καθαρό η ψυχούλα της, που αρκείται σε τόσο λίγα και που δεν επιτρέπει στην επιθυμία να ξεμυτίσει. 
Όμως εκείνος αφουγκράζεται. Τους κραδασμούς που προκαλεί το νερό κι ας είναι θαμμένο βαθιά στην καρδιά του βράχου. Εκείνη το κρύβει, όπως θα έκρυβε κάθε γυναίκα της εποχής της ό,τι είναι ακριβό και απαγορευμένο. Και γι’ αυτό διπλά πολύτιμο, διπλά άξιο να το κρατάς ζεστά, όταν έχεις θυσιαστεί, για να σε κρατά στην εξορία που η θυσία προκαλεί, ώστε να μην εξοργίζεσαι και να μην επαναστατείς. 
Να αποδέχεσαι τη μεγάλη θυσία, στην οποία έχεις προσχωρήσει οικειοθελώς, για να κρατήσεις τις “αξίες” της φυλής και του φύλου σου, στην οποία έχεις προχωρήσει αφήνοντας πίσω σου ό,τι ωραίο για σένα, μόνη, με τη μοναξιά και το μεγαλείο του τραγικού ήρωα, που είναι μεγάλος, ακριβώς επειδή έχει επιλέξει, έστω κι αν αυτό είναι η υποταγή.
Να γιατί λοιπόν αυτή η ταινία είναι πιο μεγάλη από όποιαν άλλη χολιγουντιανή. 
Ηθελημένα ή άθελα, σε παραπέμπει – ή τουλάχιστον εμένα με παρέπεμψε – σε δυο άλλες πολύ γνωστές ταινίες του Χόλιγουντ: τον Τιτανικό και Το πλοίο των τρελών. 
 
Στον Τιτανικό έχουμε κατά βάση την ίδια ιστορία: έναν έρωτα εν πλω. Σε ένα υπερωκεάνιο από τη γηραιά Ευρώπη προς το Νέο Κόσμο, ένα πρόσωπο της πρώτης θέσης ερωτεύεται ένα της τρίτης. 
 
Το ίδιο και στις Νύφες, μόνο που το φύλο είναι αντίστροφο. Πόση σεμνότητα όμως στο χειρισμό του θέματος στις Νύφες! Πόση λιτότητα και προσοχή. Πόσος σεβασμός, που έλειπε από τον Τιτανικό, όπου η τραγωδία τόσων ανθρώπων μετατράπηκε σ’ ένα διαφημιστικό αγώνα δρόμου και αγωνίας να πείσουμε τους θεατές με τις μεγάλες ποσότητες νερού, τις “αληθινά” γυρισμένες σκηνές(κάτι, που ο αληθινός κινηματογράφος δεν το χρειάζεται), την προβολή του υπέρμετρου πλούτου και της ματαιοδοξίας και τα ρέστα. 
 
Όλα αυτά λέγονται, δηλώνονται με κάθε τρόπο, τονίζονται, υπογραμμίζονται, υπερτονίζονται τόσο, που στο τέλος λες “και λοιπόν;” Όσο για την περίφημη σκηνή στην πλώρη του πλοίου, εκτός του ότι  προσωπικά τη θεωρώ κλεμμένη από τους Εραστές της Γέφυρας, στη γαλλική ταινία ήταν πιο ουσιαστική, γιατί εξέφραζε το πέταγμα της ψυχής των δύο εραστών, ενώ στον Τιτανικό ήταν η ξιπασμένη αμερικάνικη έπαρση. 
 
Στο Πλοίο των Τρελών πάλι, ένα φιλμ κλασικό, πραγματικά μεγάλο, η διαφορά είναι ότι εκεί ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος δημιουργούν χαρακτήρες. Χαρακτήρες, που υπάρχουν στη ζωή, αλλά λόγω του κλειστού και περιορισμένου χώρου διογκώνονται, όπως τα χαρακτηριστικά σε μια καρικατούρα, αλλά αποκτούν δραματικές διαστάσεις, γιατί η ανημπόρια του ανθρώπου να ξεφύγει απ’ αυτό που είναι καταντάει συχνά τραγική.   Και ως τέτοια η ταινία είναι σπουδαία. 
Στις Νύφες όμως, όπου καμιά ιστορία δε λέγεται ολοκληρωμένα, παρά μόνο υπαινικτικά, έχουμε πρόσωπα που είναι αρχέτυπα και αυτό παραπέμπει για μια φορά ακόμη στους μεγάλους τραγικούς.