Αγαπητή σύνταξη,

Παρακαλώ να δημοσιεύσετε την επιστολή μου ολόκληρη και αναλλοίωτη.

Πάει μια βδομάδα τώρα που γίναμε μάρτυρες μιας τραγωδίας που έπληξε τον τόπο μας και δεν άφησε κανένα ανέγγιχτο, μικρούς, μεγάλους, γέρους, νέους και δυστυχώς παιδιά. Τα οποία, ναι μεν ξεχνούν – και ευτυχώς – εύκολα, αλλά από την άλλη, άθικτα όντας και χωρίς την προστατευτική ασπίδα της άμυνας που έχουν αναπτύξει οι μεγάλοι, είναι πιο εκτεθειμένα σε βαθιές εγχαράξεις στην τρυφερή καρδούλα τους, πιο ευάλωτα στη δημιουργία φοβιών και πιο επιρρεπή σε λανθασμένες, παραποιημένες εικόνες που θα γραφτούν στο μυαλό τους, σε μερικά για όλη τους τη ζωή.  
Αλλά, πέρα απ’ αυτό, γίναμε και αντικείμενα φρικτής εκμετάλλευσης, αισχρού σαδισμού και ανήθικης αναλγησίας εκ μέρους καναλιών και δημοσιογράφων, που δήλωναν μεν ότι συμμερίζονται τον πόνο των ανθρώπων που χτυπήθηκαν τόσο σκληρά και απροσδόκητα, αλλά που με πρωτοφανή, αν και καλυμμένη, νεκρολαγνία και επιχρυσωμένο σαδισμό, πρόβαλαν ξανά και ξανά το διαμελισμένο αεροπλάνο, την καμένη περιοχή, την απεικόνιση της μοιραίας  πρόσκρουσης και όλα τα γνωστά.

Και επέμεναν να ρωτούν ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα και να θέτουν τα ίδια ερωτήματα και να επαναφέρουν τα ήδη απαντημένα ερωτηματικά και να γυρίζουν το μαχαίρι στην πληγή ξανά και ξανά, επίμονα, επαναληπτικά, προβάλλοντας και ξαναπροβάλλοντας τις ίδιες εικόνες, τις ίδιες απόψεις, ξαναειπωμένες βέβαια και επανασερβιρισμένες, από άλλα χείλη κάποτε, αλλά και συχνά από τα ίδια, και προσπαθώντας να βάλουν λόγια στο στόμα ανθρώπων που με πολύ υπευθυνότητα και – προς τιμήν τους με ήθος και σύνεση – απέφευγαν να τοποθετηθούν, όπως δε θα ’καμνε ασφαλώς κανένας που έχει τη συναίσθηση του μεγέθους της τραγωδίας και της σοβαρότητας του συμβάντος, όπως και της καταλυτικότητας της ευθύνης μιας τοποθέτησης. Και προσπαθούσαν να προλάβουν ο ένας τον άλλο στην κούρσα των εντυπώσεων και του εντυπωσιασμού με μαραθώνιες εκπομπές, με φιλοξενία στα στούντιο και στα παράθυρα των καναλιών τους σχετικών και άσχετων, επαϊόντων και μη.

Τα ερωτηματικά – τα πραγματικά ερωτηματικά – που εγείρονται λοιπόν από αφελείς και αδαείς τηλεθεατές σαν την ταπεινότητά μου – και όχι μόνο – είναι:

1.    ΓΙΑΤΙ αυτή η υπέρμετρη επιμονή αφαίμαξης του πόνου των πληγέντων, που δεν τους σεβάστηκαν  ούτε τη στιγμή που ξεκινούσαν να πάνε στην Αθήνα να δουν και να αναγνωρίσουν τους σκοτωμένους τους, ούτε τη στιγμή που απέστρεφαν το κεφάλι από το φακό, ούτε τη στιγμή που θρηνούσαν σπαραχτικά τους αδικοχαμένους τους, ούτε –φευ – τη στιγμή που δεν είχαν βλέμμα να κοιτάξουν αυτούς που κυνικά τους απηύθυναν ερωτήσεις και είτε μη προσδοκώντας απάντηση είτε αφού είχαν λάβει μία, στρέφονταν σωρηδόν και σαν τα κοράκια σε άλλη νεκροζώντανη σάρκα πόνου.
2.    Ρωτήθηκαν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι αν ήθελαν να γίνουν αντικείμενο τηλεθέασης τη στιγμή αυτή του σπαρακτικού τους πόνου ή όποια άλλη στιγμή;
3.    Τι γίνεται με την «προστασία προσωπικών δεδομένων» και σεβασμού της ιδιωτικότητας των ατόμων σε τέτοιες στιγμές; Παραγράφεται και δεν υπάρχει κάτι τέτοιο; Ο πολιτισμός μας υπάρχει και εφαρμόζεται κατά συνθήκην;
4.    Τι γίνεται με αυτούς που προκλητικά και αυτοπροβαλλόμενοι τα καταπατούν και τα παραβιάζουν;
5.    Ποιες είναι οι αρχές της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης σχετικά με το θέμα αυτό και πώς αυτές εφαρμόζονται;
6.    Για όσους έχουν αναλγησία και ανηθικότητα και προβαίνουν σε παραβάσεις κανονισμών και νόμων υπάρχει εισαγγελική επέμβαση, σύλληψη και τιμωρία. Αυτό δεν ισχύει για δημοσιογράφους και κανάλια; Υπήρξε άμεση σύλληψη του «φαρσέρ» που μες στην αφέλειά του και την ποταπή, θα έλεγα, ανάγκη του να προβληθεί και – ασφαλώς πιστεύω – μη συνειδητοποιώντας το βάθος και την έκταση της τραγωδίας, προέβη στην αχαρακτήριστη πράξη του. Γιατί δεν έγινε το ίδιο με τους δημοσιογράφους που αναμετέδωσαν αυτή τη φάρσα
ως είδηση (άκουσον, άκουσον!) και πολλές – ανόητες κατά την ταπεινή μου άποψη – εκδοχές του πώς μπορεί να επισυνέβη το μοιραίο, διεκδικώντας μάλιστα δάφνες πρωταθλητή της δημοσιογραφίας;
7.    Τις ημέρες αυτές συνέβηκαν εξίσου τραγικά γεγονότα στο ευρύτερο χωριό, που είναι η γη μας – και ξέρω ότι θα επισύρω – και δίκαια – την οργή και την περιφρόνηση κάποιων λέγοντας αυτό, γιατί ο πόνος του καθενός μετρά πιο πολύ γι’ αυτόν που τον βιώνει  και ο δικός μας πόνος είναι πάντα ισχυρότερος σε σύγκριση με κάποιου άλλου, γιατί ο καθένας ξέρει το δικό του πόνο, αλλά εδώ δεν αναφέρομαι σ’ αυτούς που χτυπήθηκαν, που δίκαια και δικαιολογημένα δεν ήθελαν και δεν μπορούσαν να χωρέσουν άλλο πόνο. Αναφέρομαι στους δημοσιογράφους που σκίζονται για την ενημέρωση και την πληροφόρηση, αλλά δεν είχαν ούτε λεπτό ν’ αναφερθούν σ’ αυτά, που δε θα τα μαθαίναμε, αν δεν υπήρχαν τα ελληνικά κανάλια, ενώ προβάλουν ως είδηση το γάμο κάτω απ’ το νερό για παράδειγμα ή το αν ο Πάπας φίλησε ή όχι το χώμα της πατρίδας του. Ή το ότι ο αέρας του πήρε το καπέλο!
8.    Αλλά, ας μην πάμε τόσο μακριά! Ας μείνουμε στη γειτονιά μας. Τις μέρες τούτες συμβαίνει – κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη – ένα συγκλονιστικό για μας γεγονός: Απελευθερώνονται τα παλαιστινιακά εδάφη, που είχαν καταληφθεί και εποικιστεί από τους Ισραηλινούς κατά τον «πόλεμο των έξι ημερών»! Τι σημαίνει αυτό; Τι σημαίνει για τους Παλαιστίνιους; Τι σημαίνει για τους   Ισραηλινούς; Τι σημαίνει για τη σχέση των δύο λαών; Τι σημαίνει για όλη τη Μέση Ανατολή, για τους λαούς που ενεπλάκησαν σ’ αυτό τον πόλεμο, για  όλο τον αραβικό κόσμο, για τη λεγόμενη ή μη τρομοκρατία, για την Ιστορία, τέλος ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ! Τι ελπίδες γεννά και για μας αυτή η εξέλιξη, όταν το σιδερόφραχτο Ισραήλ, με την ατσάλινη στάση και τη δηλωμένη ανυποχωρητικότητα, με τις πλάτες και τη στήριξη μιας Αμερικής, ξεριζώνει το ίδιο τους ανθρώπους που μεταφύτεψε σ’ αυτά τα εδάφη για να γίνουν οι υπερασπιστές και οι θεματοφύλακές τους; Ποιος σοβαρός και υπεύθυνος δημοσιογράφος ασχολήθηκε με όλα αυτά; Έπρεπε να μελετήσουμε, να βρούμε και να καλέσουμε πολιτικούς αναλυτές, διεθνολόγους, ιστορικούς  ή ό,τι άλλο ήταν αναγκαίο, για να γίνει μια εκπομπή που να αντιμάχεται την ευκολία ενός ξαναβρασμένου, σαδιστικού μαντζουνιού, όπως κατάντησαν το τραγικό γεγονός,   Ή μήπως οι ελπίδες δεν πουλούν;
9.    Πώς είδαν, αν «είδαν», την αντίσταση των εποίκων να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις και τους ορισμούς του ίδιου τους του κράτους, που τους χρησιμοποίησε όταν τους χρειαζόταν και τους πετά τώρα που οι πολιτικές του επιδιώξεις έχουν αλλάξει; Και μάλιστα αντιστέκονται προτάσσοντας ασπίδα τα ίδια τους τα παιδιά! Γιατί δε θελήσαμε να δούμε τι σημαίνουν όλα αυτά και να αφήσουμε τους υπεύθυνους να κάνουν απερίσπαστοι το έργο τους;
10.    Γιατί δεν ασχολήθηκαν καθόλου οι σοβαροί δημοσιογράφοι μας με τις αναλογίες που έχει αυτό το γεγονός με το δικό μας πρόβλημα;
11.    Ή μήπως (οι σοβαροί δημοσιογράφοι μας) έμειναν ανυποχώρητοι στο ύψιστο καθήκον, που επέβαλαν αυτόκλητα στο υψηλό τους λειτούργημα, να μπουν σφήνα στον ανείπωτο πόνο, που βιώνεται μόνο με την πλήρη σιωπή και μέσα στην απομόνωση ή την επιλεκτική από μέρους του θρηνούντος συντροφιά;
12.    Και μέσα σ’ αυτό το «καθήκον» θεωρούν ότι έχουν υποχρέωση να βοούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα, επιδεικνύοντας την κενότητά τους και – πολλές φορές -  την ανοησία τους, αλλά κυρίως την ανάγκη προβολής τους, εμποδίζοντας με τη συνεχή και αδιάλειπτη εκπομπή (δηλητηριωδών αερίων εκ στόματος, θα έλεγα...) που γεμίζουν τον αέρα και δεν αφήνουν καθαρά κανάλια νοερής επικοινωνίας όλων αυτών που θα ήθελαν να συμπαρασταθούν σιωπηλά και με πλήρη συναίσθηση και να στείλουν μηνύματα συνθλίψεως και συντριβής στους πονεμένους συγγενείς των θυμάτων και να ενώσουν τη θεραπευτική εσωτερική ενέργεια που ο καθένας μας διαθέτει για την αργή, αλλά σταθερή επούλωση που θα φέρει ο χρόνος, αλλά και η ειλικρινής συμμετοχή και σύμπραξη στο πένθος;
13.    Γιατί έδωσαν στον εαυτό τους το απαράδεκτο δικαίωμα της διείσδυσης στα άδυτα του ασύλληπτου πόνου των συγγενών των αδικοχαμένων;
14.    Όλες οι εξουσίες ελέγχονται, ακόμα και η δικαστική. Η Τέταρτη Εξουσία είναι ανεξέλεγκτη;
15.    Ποιος σοβαρός και υπεύθυνος δημοσιογράφος θα ψάξει με το ίδιο πάθος να βρει την Αλήθεια και την Απάντηση σε όλα αυτά; Για να δούμε!


Υ.Γ. Θα  ήθελα εδώ να απευθύνω ξανά τα συγχαρητήριά μου στον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, που – ξένος από φτηνούς λαϊκισμούς και αδιάφορος στα επισφαλή «κέρδη» που μπορεί να προκύψουν από την επικαιρική «υποστήριξη» ή προβολή των δημοσιογράφων, ιδιαίτερα των ηλεκτρονικών μέσων, – δεν απέφυγε να υποδείξει με αυστηρότητα και αξιοπρέπεια αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτόματα και αυτονόητα σεβαστό. Αλλά ποιοι διαθέτουν το ήθος να το κατανοήσουν;  
Λέω «ξανά», γιατί τα πρώτα μου σιωπηλά συγχαρητήρια ήταν για τη σθεναρή, πατριωτική, γεμάτη πεισματικό σθένος στάση του, που αγνόησε τις επιθυμίες των δυνατών, αντέταξε – με κίνδυνο να πολεμηθεί, όπως και έγινε, αλλά όχι ευτυχώς μέχρι τελικής πτώσεως – την επιθυμία του, που ήταν η συμπύκνωση της Επιθυμίας του μικρού, αλλά Μεγάλου Λαού του, και τη διατύπωσε με ευκρίνεια και όχι με διπλωματικά «ήξεις, αφήξεις», που μοιάζουν με τον τάφο του Αγίου Νεόφυτου και επιδέχονται τις όποιες – βολικές κατά τις περιστάσεις – τροποποιήσεις.
Αν και δεν είμαι οπαδός του θέλω να εκφράσω την πλήρη ευαρέσκειά μου για το γεγονός ότι αυτός είναι ο Πρόεδρός μας αυτή τη χρονική στιγμή, που αναρωτιόμασταν «ποιος είναι άραγε ικανός να διαχειριστεί τις τύχες μας και το μέλλον των παιδιών μας» και σχεδόν πιστεύαμε πως περίπου κανένας,  καθώς και το συναίσθημα σιγουριάς και ασφάλειας που μου μεταδίδει, με τη σοβαρότητα, την υπευθυνότητα, τη σιωπηλή και ακούραστη εργατικότητα που διαισθάνομαι ότι τον διακρίνει, μακριά από κόμπλεξ αυτοπροβολής, που αναπόφευκτα οδηγεί στον ανόητο, αν και κολακευτικό για τους πολλούς, λαϊκισμό.2
Ας θεωρηθεί υπερβολή, θα το πω, γιατί το πιστεύω, η στάση του αυτή με παραπέμπει στα γραφόμενα του Πλουτάρχου για τον Περικλή, για τον οποίο λέει ότι δε δίσταζε να βροντά και να αστράφτει στο λαό, όταν έπρεπε να τον καθοδηγήσει, και αντίθετα γινόταν ήπιος και μαλακός, όταν έπρεπε να του εμφυσήσει θάρρος.
Απέφευγε να κολακεύει το λαό της Αθήνας, όπως έκαμναν οι δημαγωγοί. Απέφευγε να συγχρωτίζεται με όσους θα του βρόμιζαν τα χνώτα...    

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
2 Όχι πως δε θα ήθελα να τον δω να πηγαίνει προσκύνημα στον τόπο της τραγωδίας, πόσο μάλλον αν ήμουν από τους πληγέντες. Αλλά ένιωσα όλα αυτά που περιγράφω πιο πάνω, όταν τον άκουσα να δηλώνει απερίφραστα ότι στην Αθήνα πήγαινε για το κυπριακό και τις εξελίξεις, που, μαζί με το χρόνο, τρέχουν στο μεταξύ, ενώ εμείς επιδιδόμαστε στον ομφαλοσκοπισμό μας και οι δημοσιογράφοι στην άγρα των εντυπώσεων.  Αυτό τέλος πάντων είναι η δημοσιογραφία; Το κυνήγι μιας επικαιρικότητας, που πολλές φορές τη διαμορφώνουν κιόλας, για να της γυρίσουν την πλάτη, μόλις αυτή ξεθωριάσει, ή μόλις βρεθεί κάτι άλλο που πουλάει περισσότερο;