Πάνε μέρες που έγινε το περιστατικό, αλλά συζητιέται ακόμη. Τόση ήταν η αρνητική  δύναμή του. Γιατί, δυστυχώς, μόνο τα αρνητικά συζητιούνται. Τα θετικά περνούν και φεύγουν γρήγορα. Φαντάζομαι όμως, ότι αυτό θα θεωρείται θρίαμβος από τους κύκλους της κυρίας, την οποία θαυμάσαμε κάποτε και εκτιμούσαμε, ώσπου έκανε το μεγάλο άλμα της μεταπήδησής της στο κόμμα της «αξιωματικής» αντιπολίτευσης, στην οποία, πιστεύαμε, θα δώσει αξία, αλλά για μια φορά ακόμη επιβεβαιώθηκε η ρήση του λαού «με το στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί αλληθωρίζεις».

Αν όμως αυτό ισχύει για κάποιες (νεαρές ) ηλικίες, που η προσωπικότητα του ατόμου δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί, πώς δικαιολογείται στην ηλικία, τη θέση και την προσωπικότητα της κυρίας Θεοχάρους, η οποία επέδειξε συμπεριφορά Γενίτσαρου (δηλαδή νεοφώτιστου, για να μην παρεξηγούμαστε) υπερακοντίζοντας τους διδάξαντές της ως προς την υπεροψία, την περιφρόνηση και υποτίμηση των άλλων, τη λασπολογία. Τόση έλλειψη επιχειρημάτων. Τόσος ξεπεσμός, στον οποίο υποχρεώνουν και τους άλλους να εμπλακούν, για να μη θεωρηθούν φυγόδικοι ή ριψάσπιδες. Τέτοιο το ύφος και το ήθος, με το οποίο μας οδηγούν οι πολιτικοί μας ταγοί. Ξεχνούν όμως ότι η λάσπη ξαναγυρίζει στο πρόσωπο αυτού που τη ρίχνει, εκτός κι αν τη χρειάζονται σαν μάσκα, για να κρύβουν, όπως ίσως νομίζουν, την ασκήμια τους.  

Αναφέρομαι, όπως θα έγινε αντιληπτό, στη γνωστή τοποθέτηση της κ. Θεοχάρους σχετικά με τον τρόπο απόκτησης πτυχίων από τα βουλγαρικά Πανεπιστήμια.

Την επόμενη το πρωί είχε γίνει κιόλας ανέκδοτο στην Τράπεζα, όπου οι υπάλληλοι ρωτούσαν ο ένας τον άλλο «εσύ πόσα κατσίκια έδωσες, για να πάρεις το πτυχίο σου;».

 Το  ίδιο βράδυ επισκέφτηκα δύο πολύ σεβαστά και αγαπημένα μου ηλικιωμένα πρόσωπα. Η κυρά Δέσποινα, ογδονταδύο χρονών, που με δυσκολία μετακινείται, αλλά που κρατά ακόμη το μυαλό της καθαρό, σηκώνοντας τα φρύδια, χαμηλώνοντας το βλέμμα με περίσκεψη και με μια γλυκύτητα, που θ’ άξιζε να τη γευτεί ο καθένας, είπε «εγώ, κόρη μου, γυναίκα αμόρφωτη του χωρκού, ξέρω ότι έτσι πράμα – και να γίνεται – εν έπρεπε να το πει. Τούτη,   γεναίκα μορφωμένη, που πάει τζιει και δα, είντα λοής είπε έτσι κουβέντα!»

Ύστερα όλο απορία «τζιαι πώς γίνεται να υποτιμάς το επάγγελμα του άλλου! Κάθε επάγγελμα έχει την τέγνην του. Α δε! Ο χτίστης σηκώνει πέντε μέτρα τοίχον και μετρά τον και ζυγίζει τον, να μεν βαρεί με τζιει με δα.» Και άρχισε να μου εξιστορεί πώς θαύμασε την τέχνη του ανθρώπου που έκαμνε το πλακόστρωτο στην αυλή της και πώς του το είπε αναγνωρίζοντας την αξία του.

Ο δε θειος μου ο Δημήτρης της Ζωής, σύζυγός της, είπε τη φράση που συνηθίζει να λέει: «Τίμα τον άτιμο για τη δική σου τιμή και τον τιμημένο γιατί του πρέπει
Λυπάμαι βαθύτατα που δεν είχα ένα κασετοφωνάκι μαζί μου, μπας και απομαγνητοφωνώντας τους κατάφερνα να μεταφέρω λίγη από την τόση νοστιμιά του λόγου τους, γιατί δυστυχώς η γλυκύτητά τους, αδύνατο να μεταφερθεί. Θα παραμείνει μόνο μέσα στην καρδιά μου, βάλσαμο παρήγορο πως, για να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, όσο κι αν τείνουν προς εξαφάνιση, δεν μπορεί παρά να υπάρξουν και άλλοι στο μέλλον.

Και θαύμασα και χάρηκα και είπα μέσα μου «για δες μια γυναίκα αμόρφωτη, αγράμματη, του χωριού, που μεγάλωσε ξεχορτίζοντας τη γη  των χωριανών της, «γιατί εγώ, κόρη μου, δεν είχα πατιάν» έτσι, που γνωρίζει το κάθε χωράφι του κάθε συγχωριανού της, γιατί «δεν έχει χωράφιν του Δικώμου που δεν το ξιχόρτησα», να συγκρίνει τον εαυτό της με την κυρία Θεοχάρους και να τον βρίσκει πιο ψηλά!   

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ λέει «γερνούμε, χωρίς να ωριμάζουμε».
Ωραία! Γερνούμε,  δεν ωριμάζουμε, αλλά να ευτελιζόμαστε;!