Τρεις μέρες χρειάστηκα να χωνέψω αυτό που είχε συμβεί την 1η Απριλίου του σωτηρίου έτους 2013, πενήντα οχτώ χρόνια μετά τη μεγαλειώδη εξέγερση του Κυπριακού Λαού εναντίον των Άγγλων.
Τότε μια πράξη απόκοτη, ακόμα και «γελοία» για τους «νούσιμους» που πίστευαν – και δυστυχώς ακόμα πολλοί πιστεύουν – ότι δεν έπρεπε να είχε γίνει, γιατί, λέει «ορίστε πού μας οδήγησε».
Έτσι, οι προσκυνημένοι, μην μπορώντας να αντέξουν τη δικιά τους μικρότητα, θέλουν να απαλείψουν το μεγαλείο των τολμώντων και τολμησάντων. Πενήντα οχτώ χρόνια μετά, το μεγαλείο επαναλήφθηκε.

Για τρίτη φορά.
Πρώτη το ΟΧΙ των Κυπρίων στην αγγλική κατοχή.

Δεύτερη το ΟΧΙ των Κυπρίων στο απαράδεχτο Σχέδιο Αννάν και τρίτο στην επονείδιστη, εκβιαστική και ισοπεδωτική Τρόικα.
Ναι, ήταν ένα βροντερό ΟΧΙ. Δε θα λυγίσουμε, δε θα γονατίσουμε, δε θα τους κάνουμε τη χάρη να υποταχτούμε. Μένοντας ο ένας δίπλα στον άλλο, βάζοντας τις πλάτες και στηρίζοντας ο ένας τον άλλο, θα περάσουμε και αυτή την μπόρα, όπως περάσαμε και όλες τις άλλες.
Έχει ειπωθεί πως είμαστε ένας λαός υπάκουος, πειθαρχικός, έως πειθήνιος και υποταγμένος. Αλλά, όσοι το λένε αυτό, δεν έχουν προσέξει ότι όλα αυτά τα μικρά μικρά «ναι» είναι εκείνα που σχηματίζουν τα μεγάλα ΟΧΙ των Κυπρίων.
 
Δεν μπουρλοτιάζουν άμεσα. Δεν ανεμίζουν μπαντιέρες σε πρώτη ζήτηση. Δε φαίνεται να αντιδρούν μόλις τους πατήσεις τον κάλο. Αλλά, άμα το μαχαίρι φτάσει στο κόκκαλο, πλέον κάθε υποχωρητικότητα σβήνει και κάθε θυμοσοφία υποχωρεί και τότε, ναι, ακούγεται το μεγάλο ΟΧΙ.
Απέναντι σ’ αυτούς που θέλουν να μας πατήσουν σαν σκουλήκια. Απέναντι σ’ αυτούς που θέλουν να μας σύρουν από τη μύτη.
Απέναντι σ’ αυτούς που θέλουν να μας περάσουν το χαλκά.  

Και τότε, η μικρή Κύπρος δείχνει το μεγάλο της ανάστημα. Ορθώνεται και αντιστέκεται στα χτυπήματα. Υπομένει και πολεμά. Όχι με τα όπλα που πολεμούν όσοι τα έχουν. Άοπλη, εκτεθειμένη, με κύριο όπλο την υπομονή και την αποφασιστικότητα. Την αποφασιστικότητα να μη λυγίσει, να μην υποκύψει, να μην υποταχθεί.
Ο Βάσος Λυσσαρίδης έχει ένα πολύ μικρό ποίημα, που, επειδή το θυμάμαι από μνήμης, μπορεί να μην το μεταφέρω επακριβώς, στο οποίο λέει:  
    Μου είπαν
    «είσαι πολύ μικρός, για να το κάνεις».
    Και απάντησα
    «θα είμαι πιο μικρός, αν δεν το κάνω».

Νομίζω ότι αυτό το ποίημα συνοψίζει ακριβώς αυτό που κάνουν οι Κύπριοι. Σωπαίνουν, υποχωρούν, ακόμα και υποτάσσονται. Μέχρι που... όπως τότε το 1931, οι φιλήσυχοι υποταχτικοί της Αυτής Μεγαλειότητος της Βασιλίσσης της Μεγαλύτερης Αυτοκρατορίας του σύμπαντος κόσμου, που δεν χρειάζονταν καν αστυνόμευση, ξεσηκώθηκαν και όδευσαν στο Κυβερνείο, του έβαλαν φωτιά και κάποιος μάλιστα – που από τότε πήρε το όνομα Κυβερνήτης – είχε το θράσος να καθίσει στο θρόνο και να αυτοστεφθεί κυβερνήτης της Κύπρου.
Τα χρειάστηκαν οι λίγοι Εγγλέζοι που επόπτευαν το Νησί και μετέφεραν άρον άρον καβαλάρηδες αστυνομικούς από την Αίγυπτο, για να μπορέσουν να ελέγξουν την κατάσταση.
Δεύτερο ξάφνιασμα, η Έκρηξη του ’55 – 59. Τρίτο και αχώνευτο, το ΟΧΙ στο Σχέδιο Αννάν. Τέταρτο, Το προχθεσινό στη Βουλή και έξω από αυτήν στην αναίσχυντη, εκβιαστική Τρόικα. Και έπεται το ηχηρό ΟΧΙ στο ευρώ και την πειραματική τους «βοήθεια» με τα δικά μας λεφτά.
ΟΧΙ στη δική τους εκμετάλλευση του δικού μας φυσικού αερίου, ΟΧΙ σε μια απαράδεχτη και μη βιώσιμη λύση.
Θα δεινοπαθήσουμε. Όπως δεινοπάθησαν όλοι – «φταίχτες» και μη – με την επιβολή από τους Εγγλέζους του δυσβάσταχτου ποσού αποζημίωσης που απαίτησαν από τον κυπριακό λαό, το 1931.
Θα πληρώσουμε, όπως πλήρωσαν με αίμα οι αγωνιστές της Ελευθερίας.
Θα απομονωθούμε, όπως απομονωθήκαμε μετά την καταψήφιση του Σχεδίου Αννάν.
Αλλά θα σηκωθούμε, όπως σηκωθήκαμε μετά από τον Απελευθερωτικό Αγώνα, όπως σηκωθήκαμε μετά από τον Άγριο Αττίλα.
Και δεν το λέω εγώ. Το είπε ένας ακροατής του ΡΙΚ. Ένας απλός και ανώνυμος, από αυτούς που υπάρχουν πολλοί στο «υπάκουο» πλήθος.
Είπε: «η Κύπρος γονάτισε, φίλησε το χώμα, αλλά θα σηκωθεί.»
Το είπε την επομένη τη μεγάλης συναυλίας, που οργάνωσε η Cyprus Aid, την οποία μια ακροάτρια ονόμασε «το τσουνάμι της αγάπης».
Αυτό είναι ο Κυπριακός Λαός. Είναι μικρός, αλλά ξέρει να μετατρέπεται σε Τσουνάμι, όταν χρειαστεί.
Ας μην είναι αδιάφοροι οι «Μεγάλοι» στο πέταγμα μιας πεταλούδας.