Στην Αγγλία της Θάτσερ, η Αστυνομία κυνηγά να εντοπίσει λαθρομετανάστες και μπαίνει χαράματα σε διαμερίσματα αλλοδαπών, που έχουν δηλώσει παντρεμένοι με Αγγλίδες υπηκόους, για να διαπιστώσει κατά πόσο κοιμούνται μαζί.

Σ’ ένα από τα σπίτια, εντοπίζουν μια Πολωνή με αγγλική υπηκοότητα, που έχει παντρευτεί ένα Γκανέζο, για να πάρει χρήματα. Στο ίδιο σπίτι διαμένουν ο Τζον, ένας Κύπριος πρώην αστυνομικός, που ως έφηβος ήταν σύνδεσμος μεταξύ των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α., μια Ασιάτισσα, ένας Ινδός και μια γριά επίσης από την Κύπρο, που έχει χάσει το γιο της και παραμένει στο Λονδίνο, όπου βγάζει ο ψωμί της πλέκοντας τρικά.

Οι αστυνομικοί παίρνουν το ζευγάρι και αφήνουν ανενόχλητους τους υπόλοιπους. Ο Τζον όμως, που έχει λήξει η βίζα του και γνωρίζει τις μεθόδους των Άγγλων αστυνομικών, πανικοβάλλεται και αρχίζει να φοβάται ότι θα τον ανακαλύψουν και θα τον απελάσουν.

Διάφορα ευτράπελα σημειώνονται, καθώς, κάθε φορά που βλέπει έναν αστυνομικό ή περιπολικό, παρατά τα γλυκίσματα που διανέμει σε διάφορα εστιατόρια και το σκάει, αφήνοντας άναυδους τους εστιάτορες.

Η μανία καταδιώξεως επιδεινώνεται, όταν η γυναίκα που αγαπά εξαφανίζεται χωρίς να πει τίποτα, χωρίς ίχνος. Αρχίζει να παίρνει κατευναστικά και η συμπεριφορά του αλλάζει. Ξεκόβει από την Ασιάτισσα, στην οποία είχε καταφύγει για να βρει παρηγοριά και η οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον κερδίσει. Η γριά, που προσέχει την αλλαγή, τον ενθαρρύνει να της πει τι συμβαίνει.
Μην έχοντας άλλο τρόπο να τον βοηθήσει, του πλέκει ένα σκουφί από όλα τα μαλλιά που της είχαν μείνει. Τον πείθει ότι είναι μαγικό, γιατί κρατά κάτι από τον καθένα που έχει φορέσει το τρικό. Έτσι, δε θα μπορούν να τον αναγνωρίσουν, γιατί φορώντας το, θα είναι κάθε φορά ένας άλλος άνθρωπος.
Ο νέος πείθεται και με αφοβιά πια συνεχίζει τη δουλειά του, κρυφά περήφανος για το σκουφί του, ώσπου του δίνεται η άδεια παραμονής.

Πιστεύοντας πλέον στη δύναμη του σκούφου, πείθει τη γριά να τον μάθει να πλέκει και φτιάχνει ένα σκουφί με ένα μόνο χρώμα, βαθύ μπλε όπως τα μάτια του, που θα είναι πλέον η ταυτότητά του.
Σε κάθε μπήξιμο της βελόνας λέει «σ’ αγαπώ» και καλεί την αγαπημένη του να επιστρέψει.
Όταν το σκουφί τελειώνει και το προβάρει μπροστά στον καθρέφτη, βλέπει πίσω από το είδωλό του, την αγαπημένη του με τα δυο παιδιά της.