ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΟΧΙ
(Σενάριο για το δημοψήφισμα του 2004)

Στην οθόνη το πρόσωπο μιας γυναίκας με το μάτι στο φακό. Εστιάζει και φωτογραφίζει. Ένα κλικ, δεύτερο, τρίτο...
Πέφτουν τα γράμματα, ενώ η γυναίκα φεύγει και ψάχνει το στόχο της. Σταματά κάθε λίγο και φωτογραφίζει. Δεν ξέρουμε τι.  
Τα γράμματα τελειώνουν, η σκηνή για λίγο σκοτεινή, η ταινία αρχίζει.


Σκηνή πρώτη

Τα παιδιά παίζουν στη γειτονιά μπίκο. Στέκονται ένα ένα στη γραμμή και με την πλατιά του πέτρα το καθένα σημαδεύουν το τενεκεδάκι του κέντρου στην άλλη γραμμή . (Εισαγωγή στα πρόσωπα). Ένα ένα «καίγονται», όταν αποτυχαίνουν, ώσπου ανακηρύσσεται ο νικητής.  Όταν το παιχνίδι τελειώνει, «να παίξουμε τζαμί» προτείνει κάποιο παιδί. Τα άλλα συμφωνούν με ενθουσιασμό και χωρίζονται με φασαρία και αντεκδικήσεις σε ομάδες.
Τραβούν τη γραμμή που θα χωρίζει τις δυο ομάδες. Στη μέση γράφουν με πέτρα ένα κύκλο, στο κέντρο του οποίου τοποθετούν ένα σπασμένο κεραμίδι (το πιο μεγάλο) και στη συνέχεια άλλα κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια το ένα πάνω στο άλλο, από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο. (Είναι το «τζαμί»). Οι αρχηγοί των δύο ομάδων, ο ένας απέναντι στον άλλο, τραγουδούν το «ά-μπέμπα-μπλομ, του κίθε-μπλομ, ά-μπέμπα-μπλομ, του κίθε μπλομ, μπλιμ-μπλομ, μπλιμ-μπλομ.», για να δουν ποια ομάδα θα ξεκινήσει το παιχνίδι (θα ρίξει την μπάλα). Οι δυο ομάδες παίρνουν τις θέσεις τους, το παιχνίδι αρχίζει, η πρώτη ομάδα ρίχνει την μπάλα, πέφτουν μερικά κεραμίδια, τα σκορπούν, όπως και τα υπόλοιπα στην περιφέρεια του κύκλου, εκτός από εκείνο του κέντρου. Τα παιδιά της δεύτερης ομάδας τρέχουν και προσπαθούν να τοποθετήσουν τα σπασμένα κεραμίδια πάνω σ’ αυτό του κέντρου και να ξαναφτιάξουν το τζαμί. Η πρώτη ομάδα, που κρατά την μπάλα, τη ρίχνει σημαδεύοντας τα παιδιά και, όταν τα πετύχει, αυτά «καίγονται» και βγαίνουν από το παιχνίδι.
Το παιχνίδι ζωηρεύει, συνεχίζεται. Μετά γίνεται γερμανικό, όσο προχωράει το απόγευμα και αρχίζουν να κουράζονται τα παιδιά, γίνεται βόλεϊ και, όταν πια έχει σκοτεινιάσει, γίνεται κρυφτό.
Τώρα πια το προχωρημένο σκοτάδι δεν επιτρέπει κανενός είδους παιχνίδι. Τα παιδιά μαζεύονται στη σκάλα της κυρά-Πιπίνας, κάθονται στα σκαλοπάτια, ενώ η Ευδοξούλα γονατίζει μπροστά τους, με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά και τα χέρια τεντωμένα, έτοιμα να ξεδιπλωθούν στο χορό. Τα παιδιά αρχίζουν να τραδουδάνε «Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά...» και η Ευδοξούλα να ξεδιπλώνεται χορεύοντας. Λικνίζεται, τεντώνεται, μαζεύεται, αναδιπλώνεται και συνεχίζει.
Φωνή της Αγγελικούλας of:
-    Εγώ, όταν μεγαλώσω, θα γίνω χορεύτρια.
-    Δεν μπορείς!
-    Γιατί;
-    Θα σε δείρει ο μπαμπάς σου!
-    Ε, δε θα του το πω!
Λέγοντας μέσα της αυτά, φαντάζεται πως είναι η ίδια που χορεύει. Οι εικόνες των δυο κοριτσιών μπερδεύονται, πότε βλέπουμε τη μια, πότε την άλλη, πότε μπλέκονται και δεν ξεχωρίζουν, ενώ βλέπουμε την Αγγελικούλα να τραγουδά με μάτια κλειστά.  Σιγά σιγά αντικαθιστά την Ευδοξούλα και πια είναι η μόνη κυρίαρχη στο χορό, ενώ οι φωνές των παιδιών έχουν σβήσει και το σαξόφωνο του Gilad Atzmon ακούγεται σόλο.
Η ώρα περνά και οι μανάδες βγαίνουν στις πόρτες να φωνάξουν τα παιδιά τους: «Ζωίτσα, Χαρίκλεια, Μαίρη, Αρετούλα, Βασιλική!..»
«Κωστάκη, Βασίλη, Δημήτρη!..» Ένα ένα τα παιδιά ανταποκρίνονται, εγκαταλείπουν τη σκάλα, αφήνουν την παρέα και απομακρύνονται. Οι πόρτες κλείνουν μια μια, έχοντας ρουφήξει και από ένα, δυο ή τρία παιδιά η καθεμιά, τα κουρτινάκια πέφτουν, το φως πίσω από τα κλεισμένα παράθυρα μαρτυρεί μια εσωτερική ζωή στο κάθε σπίτι και μόνο ένα παιδί έχει μείνει αζήτητο, μετέωρο, μες στη μέση του δρόμου, να κοιτάει ένα γύρο τα σπίτια και να μαντεύει τη ζεστασιά τους.
Ο κύκλος (και το βλέμμα) σταματάει στο δικό του σπίτι. Είναι σκοτεινό. Κανείς δε φαίνεται να το κατοικεί. Το παιδί (ένα ξερακιανό κορίτσι, που θα μπορούσε να είναι όμορφο, αν ήταν περιποιημένο) κατευθύνεται με απρόθυμο βήμα στο σπίτι, ανοίγει τη σκοτεινή εξώπορτα, μπαίνει μέσα και κατευθύνεται στο βάθος του σπιτιού.  


Σκηνή δεύτερη

Την άλλη μέρα δυο κορίτσια, η Χαρίκλεια και η Αγγελικούλα (το κορίτσι που είχε μείνει μόνο του στο τέλος της προηγούμενης βραδιάς) παίζουν με πάθος μπίλιες (βώλους).
 Η Αγγελικούλα με προσήλωση και σταθερό χέρι κερδίζει και σαρώνει τις μπίλιες του άλλου παιδιού. Η Χαρίκλεια, για να την κερδίσει, προσπαθεί να κλέψει μετακινώντας το χέρι που κρατάει την μπίλια πιο κοντά στο στόχο. Η Αγγελικούλα τη βλέπει και εντείνει την προσοχή της. Η άλλη, βλέποντας τη μη αντίδραση της Αγγελικούλας, αποθρασύνεται και μετακινεί το χέρι ακόμη πιο πολύ. Η Αγγελικούλα θυμώνει και της λέει: «Μην κλέβεις!» «Δεν κλέβω!» αμύνεται η άλλη.
Για λίγο παίζει προσεχτικά, με τη μετακίνηση του χεριού σχεδόν ανεπαίσθητη. Ύστερα ξεθαρρεύει, θεωρώντας ότι ξεγέλασε την Αγγελικούλα, και κάμνει μια απότομη κίνηση προς το στόχο, που βέβαια τον πετυχαίνει. «Σε νίνησα!» της λέει θριαμβευτικά, καθώς πάει να σηκωθεί. «Δε με νίκησες!» της απαντάει όλο θυμό η Αγγελικούλα και την αρπάζει από τα μαλλιά. «Με έκλεψες!» της λέει και την τραβά προς το χώμα. Η άλλη προσπαθεί να σηκωθεί, δεν τα καταφέρνει και την αρπάζει κι εκείνη από τα μαλλιά. Τα δυο κορίτσια κυλιούνται στο χώμα, τρώνε και φτύνουν χώμα, γδέρνονται και χωρίζουν, αφού έχουν καλά εκτονωθεί.
Η Χαρίκλεια πηγαίνει στη μάνα της, που μόλις τη βλέπει, αρχίζει τις φωνές και τους θρήνους σε άριες αρχαίας τραγωδίας!
    -  Αχ, παλιοκόριτσο. βροκόριτσο, αλητόπαιδο! Κορίτσι είσαι εσύ, βρε, που δέρνεις σαν αγόρι; Τι χάλια είναι αυτά που έκανες στην κόρη μου! Τώρα να δεις! Θα πάω στη μάνα σου και να δεις τι θα σε κάνει!»


Σκηνή τρίτη             

Η Αγγελικούλα, ξαπλωμένη ανάσκελα, με τη μάνα της να της κρατά τα δυο πόδια από τους αστραγάλους στραμμένα προς τον ουρανό και τη γιαγιά να κρατάει το οκλαΐ και να κατεβάζει ρυθμικά χτυπήματα στο ένα πέλμα, μετρώντας «ένα, δύο... τριάντα... πενηνταδύο... ογδονταεφτά... εκατό.»
Κάθε τόσο τη ρωτά: «Θα γίνεις καλό παιδί;»
Φωνή της Αγγελικούλας of: «Τι θα πει καλό παιδί; Να κλέβω, όπως εκείνη;»
Γιαγιά: «Θα ακούς τι σου λένε;»
Φωνή Αγγελικούλας: «Για να με κάμνετε ό,τι θέλετε;»
«Θα είσαι φρόνιμη;»
«Δηλαδή... να κλέβω;»
Η γιαγιά εξοργισμένη αλλάζει πόδι και εντείνει τα χτυπήματα.
Μέσα από τα δόντια της: «Κοίτα τι πεισματάρικο παιδί! Δε λέει τίποτα! Δεν απαντά.»  
«Αφού εκείνη με έκλεψε, γιατί δεν τη δέρνετε εκείνην;»
Η γιαγιά συνεχίζει με πείσμα τα χτυπήματα κι επαναλαμβάνει: «Θα γίνεις καλό παιδί; Θα ακούς; Θα είσαι φρόνιμη;»
Η Αγγελικούλα σβήνοντας σιγά σιγά από τον πόνο, όλο και πιο ξεψυχισμένα: «Αν δε με κλέβει, αν παίζει τίμια...αν τη μαλώνετε κι εκείνην...»
Κι ύστερα, όλο και πιο σβησμένα: «Όχι, όχι, όχι!», ώσπου λιποθυμά. Πανικός σε μάνα και γιαγιά, κοιτάζονται πανικόβλητες, συνεννοούνται με το βλέμμα, σηκώνουν και μεταφέρουν την Αγγελικούλα.


Σκηνή τέταρτη

Τα παιδιά, αγόρια-κορίτσια όλα σε μια γραμμή, ετοιμάζονται: τα αγόρια βγάζουν «το πουλάκι τους» και τα κορίτσια σηκώνουν τη φούστα και τραβούν στο πλάι το βρακάκι τους.
-    Έτοιμοι; Πάμε! Δίνει το σύνθημα ο αρχηγός και όλα τα παιδιά αρχίζουν να κατουρούν προσπαθώντας να στείλουν όσο πιο μακριά γίνεται το κάτουρο. Μερικά τελειώνουν άδοξα, μερικά κορίτσια λερώνονται και κλαίνε πως θα τις φάνε από τη μάνα τους, μερικά αγόρια δεν καταφέρνουν να πάνε μακριά, άλλα όμως συνεχίζουν για πολλή ώρα και είναι πολύ ευχαριστημένα, γιατί πάνε αρκετά μακριά.
Η Αγγελικούλα λυγίζει τα γόνατα, κυρτώνει τη σπονδυλική στήλη, προβάλλοντας την κοιλιά και με πολλή συγκέντρωση, ενώ τα αγόρια κοιτούν ο ένας τον άλλο και τα κορίτσια προσπαθούν να μη λερωθούν, αυτή δίνει δύναμη στο κάτουρό της και το στέλνει μακριά.
Όταν όλοι τελειώνουν, πάνε να κάνουν την αυτοψία, για να δουν ποιος είναι ο νικητής. Ο πιο μεγάλος έχει πάει αρκετά μακριά και βιάζεται να πανηγυρίσει. Τα άλλα παιδιά όμως  ανακαλύπτουν ότι δεν είναι ο νικητής. Με μικρή διαφορά μεν, αλλά αρκετά αισθητή επίσης, η Αγγελικούλα έχει πάει πιο μακριά από όλους. Ο «μεγάλος» δεν το πιστεύει και αμφισβητεί την κρίση των παιδιών. Γίνεται απειλητικός και έτοιμος να επιτεθεί. Ένα δυο παιδιά τρέχουν τότε και φέρνουν ένα σχοινί. Το κρατούν ο ένας από τη μια μεριά και ο άλλος από την άλλη, στο σημείο ακριβώς που είχε φτάσει το κάτουρο του «μεγάλου». Πράγματι, ένα άλλο προεξέχει. Είναι αυτό της Αγγελικούλας. Ο «μεγάλος» στρίβει και φεύγει, ακολουθούμενος από μερικούς και μερικές άλλες, μ’ ένα ύφος «την άλλη φορά» ή «θα δεις, το πράγμα δεν τελείωσε εδώ».
Η Αγγελικούλα περιτριγυρίζεται από τους άλλους, που εκφράζουν τη χαρά και την ικανοποίησή τους που νίκησε τον ενοχλητικό «μεγάλο», αλλά εκείνη έχει το ύφος του ηνιόχου των Δελφών.


Σκηνή πέμπτη

Διαδηλώσεις μαθητών.
Μπροστά οι μαθητές του Γυμνασίου με σημαίες, πανό, πλακάτ, φωνάζουν συνθήματα, μαχητικοί. Της πορείας ηγείται ένας ψηλός, ξερακιανός, με το χωνί στο χέρι. Πιο πίσω οι μικρότεροι μιμούνται τους μεγάλους. Ακολουθούν μερικοί από τους τελειόφοιτους του δημοτικού.
Ανάμεσά τους η Αγγελικούλα μ’ ένα πλακάτ στο χέρι «Έξω οι Άγγλοι από την Κύπρο».
Παράλληλες διαδηλώσεις μαθητών στην Κύπρο. Πετροβόλημα και συγκρούσεις με τους Άγγλους στρατιώτες. (Ντοκουμέντα)

Σκηνή έκτη

Η διαδήλωση διαλύεται. Οι μαθητές επιστρέφουν κουρασμένοι και φοβισμένοι στο σχολείο. Η Αγγελικούλα, μαζί με άλλα δυο τρία παιδιά, μπαίνει κάπως μαζεμένη στην τάξη. Ο δάσκαλος διακόπτει το μάθημα και με ύφος αυστηρό τους επιπλήττει: «Τι ξέρετε εσείς για την Κύπρο, που βγήκατε να μου κάνετε διαδήλωση; Ξέρετε πού βρίσκεται;»
«Ξέρουμε, κύριε!» απαντά μέσα της η Αγγελικούλα, αλλά σωπαίνει και τον κοιτά.
«Ξέρετε τι γίνεται εκεί; Που δε βγήκατε ακόμη από το αυγό της μάνας σας και βγήκατε να μου κάνετε διαδήλωση!»
«Γιατί... από το αυγό βγαίνουμε;»
«Τι ξέρετε εσείς από αυτά; Που ο Βασιλιάς και ο Πρωθυπουργός είναι εναντίον κι εσείς!..»
Ενώ εκείνος συνεχίζει να μιλά με πάθος, υποτίμηση και απαρέσκεια:  
«Μπορεί να μην ξέρουμε ακριβώς, κύριε, αλλά καταλαβαίνουμε. Γιατί τα παιδιά καταλαβαίνουν πιο πολλά απ’ όσα νομίζετε εσείς.»
«Θα καλέσω τους γονείς σας, θα ζητήσω να αποβληθείτε, που βρήκατε την ευκαιρία να το σκάσετε από το μάθημα, για να πάτε “διαδήλωση”!»
Το λέει ειρωνικά κουνώντας το κεφάλι, κοιτάζοντας έντονα τα παιδιά στα μάτια, που σωπαίνουν και σκύβουν το κεφάλι.
«Καμαρώστε τους! (απευθύνεται ένα γύρω στα άλλα, τα “καλά” παιδιά της τάξης) Tους ήρωές μας! Τους ήρωες του σκασιαρχείου.»
Σωπαίνει για λίγο, ύστερα φέρνει το χέρι στο στόμα σαν να θέλει να επεξεργαστεί μια σκέψη. Σηκώνει το κεφάλι, τεντώνει το δείχτη του χεριού, περιφέρει το βλέμμα και αποφαίνεται: «Αυτό δε θα μείνει ατιμώρητο!»
Τα παιδιά δεν τολμούν να αντιδράσουν, φοβούμενα το μένος του δασκάλου.


Σκηνή έβδομη

Μεγάλο τραπέζι στρωμένο στο μαγέρικο του θείου Γιώργου, απέναντι από τα καπνομάγαζα. Οι γονείς της Αγγελικούλας και κάμποσοι συγγενείς τρωγοπίνουν, υψώνουν ποτήρια, εύχονται και διασκεδάζουν. Στο πικ-απ το «Φούστα κλαδωτή και γαρύφαλλο στ’ αυτί». Τα παιδιά τρέχουν και κυνηγιούνται γελώντας ανάμεσα στα τραπέζια. Κάποια στιγμή φαίνεται να χάνουν το ενδιαφέρον τους.
-    Πάμε στα καπνομάγαζα; Προτείνει ένα παιδί.
-    Πάμε! Ενθουσιάζονται τα άλλα.
Ζητούν την άδεια από τους γονείς τους, το καθένα χωριστά, οι γονείς συνεννοούνται και συγκατανεύουν. Τα παιδιά τρέχουν με αλαλαγμούς νίκης. Φτάνουν στη μεγάλη σιδερένια πόρτα και εκεί σταματούν δισταχτικά. Το εσωτερικό του καπνεργοστασίου μοιάζει έτοιμο να τα καταβροχθίσει και γίνεται πιο τρομαχτικό από την αδειοσύνη και την απουσία. Τις καθημερινέ σφύζει από ζωή. Καθώς παρατηρούν τους άδειους, τρομαχτικούς χώρους ανάμεσα απ’ τα σιδερένια κάγκελα της τεράστιας πόρτας, ο χώρος ζωντανεύει και εκατοντάδες εργάτες και εργάτριες μπαίνουν βιαστικά με φωνές και ζωηρές κινήσεις και, αφού αποτελειώνουν τις τελευταίες τους κουβέντες, παραγγελιές, συνεννοήσεις ή υποδείξεις, χτυπούν την κάρτα τους και παίρνουν τη θέση τους. Ο επιστάτης επιβλέπει μήπως λείπει κανείς και αρχίζει η δουλειά σ’ ένα απίθανα γρήγορο ρυθμό, που αφήνει τα παιδιά άναυδα κι εκστατικά.
    - Τι κάνετε εκεί;
Τα παιδιά τρομάζουν, η ζωντανή σκηνή εξαφανίζεται και ξαναφαίνεται το καπνεργοστάσιο άδειο και τρομαχτικό. Ο άνθρωπος που εμφανίστηκε από το πουθενά, χωρίς να τον αντιληφθούν τα παιδιά είναι ο φύλακας του εργοστασίου.
Ο Γιάννης, ο μεγαλύτερος από τα ξαδέλφια, προσπαθώντας να κατανικήσει το φόβο του, του απαντά:
-    Ήρθαμε να δούμε το καπνομάγαζο. Είμαστε τα παιδιά του κυρ-Γιώργου απέναντι. Αυτά είναι τα ξαδέλφια μου. Η θεία μου και ο θείος μου δουλεύουν εδώ... και η γιαγιά μου δούλευε... θέλαμε να δούμε πώς είναι εδώ μέσα...
Ο φύλακας αλλάζει ύφος:
-    Α! Θέλετε να δείτε το καπνομάγαζο; Είναι πολύ μεγάλο. Τριακόσιοι εργάτες δουλεύουν εδώ! Ελάτε να σας το δείξω.
Τα παιδιά ανταλλάσσουν βλέμματα δισταγμού και θαυμασμού και σαν να έχουν συνεννοηθεί ορμούν μέσα με φωνές θριάμβου.
Ο φύλακας φωνάζει:
-    Περιμένετε, να μη χαθείτε!
Τα παιδιά όμως ήδη τα έχει ρουφήξει ο άδειος χώρος. Η Αγγελικούλα όμως, ως η μικρότερη, έχει ξεμείνει δισταχτική. Την πιάνει από το χέρι.
-    Έλα, έλα να σου δείξω!
Το γλοιώδες ύφος του δεν της αρέσει και τραβά το χέρι που της έχει πιάσει. Μένει πεισματικά πίσω. Εκείνος σκύβει και αρχίζει να τη χαϊδεύει. Το ύφος και η φωνή του γίνονται ακόμη πιο γλοιώδη.
-    Έλα, μη φοβάσαι! Είναι και τα άλλα παιδιά μέσα.
Η μικρή διστάζει, αλλά δεν ξέρει πώς να απαλλαγεί. Εκείνος της σφίγγει το χέρι και το παιδί, μη μπορώντας να απαλλαγεί, ακολουθεί σχεδόν σερνάμενο.
Μπαίνουν σ’ ένα μικρό, στενό γραφείο, προφανές πως είναι το δικό του. Ο άντρας, μεσήλικας και μάλλον όχι συμπαθητικός, χωρίς να είναι και ιδιαίτερα απωθητικός, γονατίζει μπροστά στο κορίτσι που αρχίζει να δυσανασχετεί και αρχίζει να το χαϊδολογά.
-    Θέλεις να σου δείξω; Της λέει διφορούμενα, έχοντας περάσει το χέρι κάτω από τη φουστίτσα της κι ενώ το παιδί προσπαθεί να του το απομακρύνει. Μη ξέροντας τι να της δείξει συγκατανεύει με το κεφάλι, πιστεύοντας ότι θα απαλλαγεί. Ο άντρας αρχίζει να ξεκουμπώνει το παντελόνι. Το παιδί τρομοκρατείται και πιστεύοντας ότι θα καταφέρει να γλυτώσει:
-    Θέλω να κατουρήσω! Του λέει με την απελπισία του παιδιού που πραγματικά έχει κατουρηθεί και σφίγγει τα πόδια, γιατί δεν αντέχει άλλο.
-    Έλα να σε πάρω εγώ! Της λέει σαν να έπιασε λαβράκι.
Την οδηγεί στην τουαλέτα και της κατεβάζει το βρακί με χάδια, ενώ το παιδί αρχίζει να κλαίει απωθώντας τον.
-    Δε θέλεις να κατουρήσεις; Τη ρωτά γλυκερά και διφορούμενα.
Το παιδί, με νέο λυγμό, κουνά το κεφάλι.
-    Έλα! Την πιάνει από το γυμνό κωλαράκι, την καθίζει στην τουαλέτα, που της έρχεται μεγάλη, και της ανοίγει τα πόδια. Το παιδί τα ξανσφίγγει και αρχίζει να κατουρά. Εκείνος ανασηκώνεται και συνεχίζει να ξεκουμπώνει το μισοξεκούμπωτο παντελόνι του. Μ’ ένα ύφος ηδονής βγάζει το πέος του. Το παιδί, μέσα από τον τρόμο του, αντιδρά αστραπιαία, κατεβαίνει από την τουαλέτα και σηκώνοντας το βρακί, μ’ ένα ξέσπασμα κλαμάτου, ορμά στις σκάλες και μετά στην έξοδο.
Ένα ανατριχιαστικό κορνάρισμα διακόπτει το γλέντι των συγγενών, που τώρα, υπό την επήρεια και του αλκοόλ, χορεύουν καρσιλαμάδες. Η σκηνή για μια στιγμή παγώνει κι ύστερα, συνειδητοποιώντας, ορμούν όλοι προς το δρόμο. Το παιδί, τρομοκρατημένο, έχει πάθει υστερία μπρος στους τροχούς του αυτοκινήτου, που ευτυχώς πρόλαβε να σταματήσει.
Ο πατέρας του ορμά και το παίρνει αγκαλιά, το παιδί σκούζει στο στήθος του.
-Αχ, βρε κορίτσι μου! Πόσες φορές σου είπα να προσέχεις από τα αυτοκίνητα! Πόσες φορές δε σου έδειξα πώς να περνάς το δρόμο! Έλα, ησύχασε. Ευτυχώς που πρόλαβε ο άνθρωπος να σταματήσει.
Οι γυναίκες καθησυχάζουν τον οδηγό, που αναστατωμένος είχε βγει από το αυτοκίνητο και κείνος μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει.
-    Ευτυχώς που δεν έγινε τίποτα!
-    Άγια η ώρα που το φύλαξε το παιδί...
-    Ευτυχώς που μπόρεσες να σταματήσεις! Λίγο ακόμα και θα το χάναμε το παιδί.
-    Να προσέχετε τα παιδιά σας, κυρία μου! Τι θα πάθαινα εγώ, αν δεν προλάβαινα; Έχω κι εγώ παιδιά.
-    Έχετε δίκιο. Ήταν η ώρα η κακιά. Ο Θεός σας φύλαξε κι εσάς κι εμάς. Πηγαίνετε στο καλό.
Ο πατέρας του παιδιού, κρατώντας το ζεστά στην αγκαλιά του, το χαϊδεύει και το καθησυχάζει.
- Ησύχασε, άγγελέ μου. Ησύχασε, καλή μου. Εμείς φταίμε. Δεν έπρεπε να σας αφήσουμε να πάτε.
Το παιδί σιγά σιγά αρχίζει να ηρεμεί. Οι μεγάλοι παίρνουν τις θέσεις τους, αφού έχουν παρελάσει και χαϊδέψει το παιδί μ’ ένα λόγο ή χωρίς, όταν ο φύλακας εισβάλλει προσπαθώντας να κρύψει το ένοχο ύφος του και κατευθύνεται στον πατέρα του παιδιού, που ακόμα το κρατά στην αγκαλιά του.
-    Εγώ... δεν έκανα τίποτα... δεν ξέρω γιατί φοβήθηκε τόσο! Κάνει ν’ απλώσει το χέρι να χαϊδέψει το παιδί, που τρομοκρατείται και κρύβεται στο στήθος του πατέρα του, με μια τσιρίδα. Ο πατέρας καταλαβαίνει αυτόματα τι έχει συμβεί, αφήνει το παιδί, σηκώνεται πάνω, ορμά πάνω στο φύλακα που ζαρώνει:
-    Τι έκανες βρε; Βρομισμένε, παλιοτόμαρο, που είσαι ο πατέρας της καλύτερης φίλης της κόρης μου και άφηνα το παιδί μου να έρχεται στο σπίτι σου να διαβάζουν μαζί! Η φωνή του πνίγεται από το θυμό, ενώ τα χέρια του σφίγγουν το κολάρο να τον πνίξουν. Τα μάτια του ανθρώπου έχουν πεταχτεί, ενώ όλοι, άντρες και γυναίκες προσπαθούν, χωρίς επιτυχία, να τους χωρίσουν. Μόνο, όταν ανάμεσα στις άλλες προτροπές ακούει τη φωνή του παιδιού «μη, μπαμπά» σταματά, σαν να συνέρχεται, χαλαρώνει τα χέρια και σκύβει, παίρνει αγκαλιά το παιδί.
-    Χάσου! Θα λογαριαστούμε, του λέει.


Σκηνή όγδοη   

Στο παλιό δικαστήριο, κόσμος πάει κι έρχεται, η μητέρα με την Αγγελικούλα περιμένουν στο διάδρομο, το παιδί, ανεβασμένο σ’ ένα από τους ξύλινους καναπέδες, κοιτάει έξω τους χωρικούς που με σκυμμένα κεφάλια κατευθύνονται στην είσοδο του δικαστηρίου. Η φωνή της of:
-    Είπες ότι δε θα με έφερνες στο δικαστήριο.
Είναι έτοιμη να κλάψει. Εμφανίζεται ο πατέρας της, που έχει βγει από την αίθουσα του δικαστηρίου. Την πλησιάζει μαλακά, προσεχτικά.
-    Κοίτα, Αγγελικούλα... ο δικαστής είπε ότι θέλει να σε δει...
Το παιδί τον κοιτά. Η φωνή της of:
-    Είπες ότι δε θα με φέρεις στο δικαστήριο.
Την πιάνει απαλά και προσπαθεί να την οδηγήσει.
-    Πρέπει να πάμε μέσα...
Το παιδί αντιστέκεται.
-    Πρέπει να πάμε, ο δικαστής περιμένει...
Το παιδί εισέρχεται απρόθυμα, βλέπει γύρω του ζαλίζεται, ο πατέρας το οδηγεί κοντά στο δικαστή που της κάμνει κάποιες ερωτήσεις, διακρίνει μόνο το «τι έκανε» και βλέπουμε το παιδί να τεντώνει μπροστά τη λεκάνη και να την ανεβοκατεβάζει λέγοντας «αυτό έκανε, αυτό έκανε». Στο δικαστήριο όμως δεν αντιδρά. Ο δικαστής, που περιμένει, επαναλαμβάνει την ερώτηση και το παιδί, έχοντας πιεστεί, στρέφεται στον πατέρα που κι εκείνος περιμένει, προσπαθώντας άφωνα να το πείσει να πει την αλήθεια, ορμά στο στήθος του κλαίγοντας με μια γροθιά. Η φωνή της of:
-    Είπες ότι δε θα με φέρεις στο δικαστήριο.
Ο δικαστής χαλαρώνει στην πλάτη της καρέκλας του και διατάζει να απομακρύνουν το παιδί. (Το βλέπουμε μόνο σε εικόνα).


Σκηνή ένατη

Η Αγγελικούλα, μαθήτρια Γυμνασίου, με τα κοτσιδάκια, την ποδιά και το σήμα κεντημένο πάνω της, συμμετέχει στους πανηγυρισμούς για την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλες σκηνές από την Κύπρο με το Μακάριο να αποθεώνεται και να εκφωνεί τον πρώτο του λόγο ως Πρόεδρος. Κάποιοι ανάμεσα στο πλήθος δυσαρεστημένοι:
    - Μας ξεγέλασε! Δεν κάναμε τον αγώνα για την Ανεξαρτησία. Για την Ένωση τον κάναμε!


Σκηνή δέκατη

 Παρέλαση. Η Αγγελικούλα στην Τρίτη Λυκείου, κρατά τη σημαία και περνά μπροστά από τους επισήμους. Στρέφει με ταπεινή περηφάνια το κεφάλι και συνεχίζει να περπατά σταθερά.  Κατά την επιστροφή στο σπίτι γειτόνισσες τη συγχαίρουν: «Μπράβο, μπράβο, Αγγελικούλα! Και εις ανώτερα!» «Συγχαρητήρια! Σημαιοφόρος!»
 Η Αγγελικούλα απαντά ταπεινά «ευχαριστώ». Έχει γίνει ένα συμμαζεμένο, συγκρατημένο παιδί, με τη φιλοδοξία στα μάτια. Φανερό, θα πάει μπροστά.


Σκηνή ενδέκατη

Έχουν βγει τα αποτελέσματα των εισαγωγικών για το Πανεπιστήμιο και οι γειτόνισσες, μαζεμένες συνωμοτικά, τα σχολιάζουν, παίρνοντας προφυλάξεις μην ακουστούν.
    -  Καλέ! Ποιος θα το έλεγε! Καλά, να περάσει το περιμέναμε, αλλά όχι και πρώτη! Απίστευτο!
    -  Ο Υπουργός θα στείλει γράμμα να τη συγχαρεί!
    -  Θα πάρει και υποτροφία!
    -  Και οι υποτροφίες του ΙΚΥ είναι πολύ καλές! Είναι καλά λεφτά!
    -  Έλυσε το πρόβλημά της. Μπράβο! Μπράβο!
    -  Χωρίς μια μέρα φροντιστήριο! Πώς τα κατάφερε;
Η Αγγελικούλα περνά, σεμνή, συμμαζεμένη και οι γειτόνισσες βωβώνουν. Την παρακολουθούν που μπαίνει στο σπίτι και ξαναρχίζουν το κους-κους.


Σκηνή δωδέκατη

Οι γειτόνισσες,  μαζεμένες και πάλι, κουτσομπολεύουν:
    -  Καλέ! Τι του βρήκε αυτουνού! Αυτή έγινε τόσο ωραία κοπέλα!
    -  Αχ, τον είδες; Με όλα εκείνα τα μαλλιά και τα γένια! Θεέ μου!
-    Μυρίζει απλυσιά, θαρρείς...
-    Ε! Αφού είναι χίπις, τι περιμένεις!
-    Είναι χίπις;
-    Ε, τι άλλο να είναι μ’ αυτά τα μαλλιά!
-    Καλέ, αυτοί παίρνουν και ναρκωτικά!
-    Ε, τι άλλο κάμνουν!
-    Λες να παίρνει και ναρκωτικά;
-    Ε; Ο Θεός κι η ψυχή του.
-    Κρίμα στην κοπέλα. Με τι άνθρωπο έμπλεξε!
-    Κι αυτή πια! Μη χάσει το κελεπούρι! Ακόμα δεν πρόλαβε να τελειώσει τις σπουδές της...
-    Κι έτσι ξερακιανός!Απ’ το Άγιον Όρος τον φέρανε;
-    Όχι, καλέ! Από την Κύπρο είναι το παιδί!
-    Ε, και θα πάνε στην Κύπρο; Εκεί θα ζήσουν;
-    Έτσι φαίνεται.
-    Και θ’ αφήσουν τον καημένο τον πατέρα της μοναχό;
-    Ε, τι να γίνει έτσι είναι τα παιδιά... Άμα μεγαλώσουν ξεχνούν τους γονείς.
-    Άμα ερωτευτούν να πεις.
-    Σιγά, καλέ, να μην τον ερωτεύτηκε! Τι να του βρήκε αυτουνού;...
-    Ε, όλο και κάτι θα του βρήκε.
Περνά ο πατέρας της κοπέλας γνοιασμένος, χαιρετά τις γειτόνισσες:
-    Γεια σας!
-    Γεια σου, κυρ-Θοδωρή... (Σαν να τον λυπούνται. Και, όταν εκείνος απομακρύνεται...)
-    Τον καημένο τον άνθρωπο, τον άφησαν μόνο!
-    Οι δυο έφυγαν...τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη. Τώρα αυτή, η τρίτη, που ήταν και το καμάρι του!...
-    Και πού; Στην Κύπρο. Που έχει και Τούρκους!
-    Φεύγει απ’ τους Τούρκους, να πάει στους Τούρκους. Δε βρήκε κάπου καλύτερα να πάει!
-    Από το στόμα του λύκου στη φωλιά του!



Σκηνή δέκατη τρίτη

Γίνεται ο γάμος, ένας γάμος λιτός, με λίγους καλεσμένους, από την πλευρά του γαμπρού μόνο ο πατέρας του και ο κουμπάρος.
Οι νυμφευμένοι βγαίνουν από την εκκλησία, μπαίνουν στο αυτοκίνητο και οι καλεσμένοι διαλύονται.


Σκηνή δέκατη τέταρτη

Στο τραπέζι τη νύχτα σηκώνουν τα ποτήρια και εύχονται:
-    Να ζήσετε!
-    Στεριωμένοι!
-    Άντε και καλούς απογόνους!
-    Και στην Ένωση! Σηκώνει το ποτήρι ο πατέρας του γαμπρού.
-    Πού θυμήθηκες τώρα την Ένωση; Λέει μέσα του ενοχλημένος ο πατέρας της νύφης και σηκώνει απρόθυμα το ποτήρι.
-    Ποια Ένωση; Λέει με το ποτήρι μετέωρο στο χέρι.
-    Την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα! Λέει με καμάρι και σιγουριά ο πατέρας του γαμπρού.
-    Ποιος να σας κάνει τώρα την Ένωση; Λέει κουρασμένα ο συμπέθερος.
-    Εν να μας την κάνει! Εν να μας την κάνει! Ο Μακάριος επούλησέ μας, αμμά ο Παπαδόπουλος εν να μας την κάμει!
-    Τι να έκαμνε ο Μακάριος, αφού υπόγρψε ο Καραμανλής!
-    Αν μεν έθθελε, εν υπόγραφε! Αλλά έθθελε να γίνει Πρόεδρος!
-    Ναι, και ο δικτάτορας θα σας κάνει την Ένωση!
-    Δικτάτορας εν ο Μακάριος τζαι...
-    Πατέρα! (επεμβαίνει ο γιος) Δεν είναι της στιγμής. Εμείς την κάναμε την Ένωση στην πράξη, λέει για να τον καθησυχάσει και να διαλύσει την αμηχανία.
Χαϊδεύει την κοιλιά της νύφης, που μόλις έχει αρχίσει να φαίνεται η εγκυμοσύνη της. Ο καυγάς έχει αποσοβηθεί, αλλά στην ατμόσφαιρα πλανιέται μια απειλή. Για να μη παραδεχτεί ήττα ο πατέρας  του γαμπρού , υψώνει το ποτήρι προς την πλευρά του κουμπάρου:
-    Άντε, κουμπάρε Τζιωνή, άδειο πάτο!
-    Τσουγκρίζουν τα ποτήρια:
-    Στο ποθούμενο!
-    Καλή Ανάσταση!
Πίνουν με το βλέμμα βαθιά ο ένας στου άλλου. Αφήνουν τα ποτήρια στο τραπέζι και παίρνουν μια στάση με τη μισή πλάτη στην καρέκλα και με νόημα «θα σου δείξω εγώ».


Σκηνή δέκατη πέμπτη

Παραλία της Θεσσαλονίκης. Όμορφο δειλινό πάνω απ’ τη θάλασσα. Αύριο διεξάγεται το δημοψήφισμα για την απομάκρυνση του βασιλιά. Ο κόσμος περπατά υπό τη σκιά των συνθημάτων υπέρ του «ΝΑΙ». Τα μεγάφωνα του Λευκού Πύργου μεταδίδουν εμβατήρια και κάθε τόσο προτροπές υπέρ του «ΝΑΙ». Η γαλήνη της θάλασσας και το ειδυλλιακό του απογεύματος κάνει πιο σκληρή την παρουσία της Χούντας. Ανάμεσα στον κόσμο το νεαρό, νιοπάντρευτο ζευγάρι. Πιασμένοι χέρι χέρι, περπατούν ανέμελα, αν και ενοχλημένοι από την προπαγάνδα.
Κάποια στιγμή περνάει ένας νεαρός, πιθανό φοιτητής, και σβέλτα πετάει χειρόγραφα χαρτάκια με «ΟΧΙ». Ελίσσεται μέσα στο πλήθος και χάνεται. Οι δυο νιόπαντροι σκύβουν και παίρνουν από ένα χαρτάκι απορημένοι.
-    Τι απρονοησία! Λέει απορημένη η Αγγελικούλα. Δεν ξέρει ότι...
Τέσσερα χέρια τους αρπάζουν και τους κατευθύνουν προς άλλη κατεύθυνση τον καθένα.
-    Μιχάλη!
-    Αγγελική!
Οι φωνές τους μένουν μετέωρες ανάμεσα στο πλήθος που έχει παγώσει.


Σκηνή δέκατη έκτη

Η Αγγελική ανάσκελα σ’ ένα τσιμεντένιο πάγκο. Της κάμνουν φάλαγγα. Μισολιπόθυμη μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.
-    Αυτό είναι η φάλαγγα; Σκέφεται και λιποθυμά.
Της ρίχνουν νερό και «ξυπνά» απότομα.
-    Λέγε! Ποιος σας έβαλε να το κάνετε.
-    Κανένας! Δε μας έβαλε κανένας. δεν κάναμε τίποτα!
-    Λέγε, γιατί θα ξαναρχίσουμε.
-    Ποιος σας έβαλε να το κάνετε.
-    Σε ποια οργάνωση είστε.
-    Δεν είμαστε σε καμιά οργάνωση, δεν κάναμε τίποτα! Είδαμε τα χαρτάκια και τα πήραμε στα χέρια.
-    Και γιατί τα πήρατε; Είστε εναντίον της Εθνικής Κυβέρνησης. Γι’ αυτό.
Κάμνει νεύμα στον άλλο και κείνος ξαναρχίζει να χτυπά. Η Αγγελική μορφάζει από τον πόνο και τα μάτια της τρέχουν βουβά. Η σκηνή εναλλάσσεται με τη σκηνή του ξυλοδαρμού της, όταν ήταν παιδί. Οι μορφές των δύο βασανιστών μπερδεύονται με αυτές της μητέρας και της γιαγιάς, καθώς και ο διάλογός τους.
-    Θα γίνεις καλό παιδί; Θα ακούς τους μεγαλύτερούς σου;
-    Λέγε, σε ποια οργάνωση είσαι;
Το μυαλό της πονάει. Τα χτυπήματα έχουν μεταφερθεί στον εγκέφαλο. Βουβά, ρυθμικά, υπόκωφα. Μια τρομαχτική κραυγή σχίζει τη νύχτα.
-    Είμαι έγκυος λέει στο κενό.
-    Τόσο το καλύτερο! Αν θέλεις να ζήσει το παιδί σου, πρέπει να παραδεχτείς. Να παραδεχτείς και να υπογράψεις πως δεν πρόκειται να αναμειχθείς ποτέ ξανά. Άκουσες;
Παίρνοντας ανάσα από τη στιγμιαία διακοπή χαμογελά στη σκέψη του παιδιού της, η αίθουσα βασανιστηρίων μετατρέπεται σε μαιευτήριο όπου οι πόνοι της γέννας  εναλλάσσονται με  τους πόνους του βασανισμού. Το παιδί «γεννιέται», της το δίνουν στην αγκαλιά, του χαμογελά πανευτυχής.
-    Αν είναι να πεθάνεις, ας πεθάνουμε μαζί, σκέφτεται και λιποθυμά.


Σκηνή δέκατη έβδομη

Στο μικρό, φοιτητικό τους δωμάτιο, ξαπλωμένοι στο στενό τους κρεβάτι, η Αγγελική με τα πόδια ακουμπισμένα στο κεφαλάρι του κρεβατιού και ο Μιχάλης μπρούμυτα. Η πλάτη του είναι μαυρισμένη. Κλαίνε βουβά και βογγούν από τους πόνους. Έχει μόλις αρχίσει να χαράζει.
Η Αγγελική πάει ν’ απλώσει το χέρι προς τον άντρα της.
-    Μηηηη! Ουρλιάζει σπαραχτικά εκείνος.
-    Δε θα σε άγγιζα! Τον καθησυχάζει αφήνοντας το χέρι της να πέσει. Ήθελα μόνο να σου πω... Αν μπορούσα να σηκωθώ, να σου κοπανήσω πολλά κρεμμύδια να βάλουμε στην πλάτη σου... Ξέρεις... έχουν την ιδιότητα να ανακουφίζουν τους μώλωπες.
-    Όχι, μη, τίποτα!
-    Μακάρι να μπορούσα, θα σε ανακούφιζε. Αλλά, καλέ μου (κλαίει) δεν μπορώ... κι ούτε ξέρω πότε θα μπορέσω.
-    Ευτυχώς που σου έβγαλαν τα παπούτσια. Καμιά φορά σου λεν «άφησέ τα» τάχα για να μην πονάς. Κι ύστερα φουσκώνουν τα πόδια και ο πόνος είναι χειρότερος.
-    Εσένα με τι σε χτύπησαν;
-    Με σιδερένιο λοστό... αλλά... αυτό δεν ήταν το χειρότερο... Το χειρότερο ήταν... με κρέμασαν από τον όγδοο όροφο και απειλούσαν ότι θα με τσακίσουν από κει και μετά θα πουν ότι ήταν αυτοκτονία. Όταν αυτό δεν έπιασε, με έβγαλαν έξω, με έβαλαν σ’ ένα τζιπ, με μετέφεραν – δεν ξέρω πού – με πέταξαν σαν άδειο σακί  και άρχισαν να έρχονται κατά πάνω μου με ταχύτητα και να σταματούν την τελευταία στιγμή. Το έκαναν τρεις φορές. Φοβήθηκα. Κάθε φορά φοβόμουνα πως θα τους ξέφευγε και θα το έκαμναν, όσο κι αν το έκαμναν εικονικά. (Ζαρώνει στον κόρφο της. Κλαίει. Νιώθει ταπεινωμένος). Ο φόβος είναι χειρότερος από τον πόνο.
Αγκαλιάζονται αδύναμα και αποκοιμούνται ρουφώντας τους επίσης αδύναμους λυγμούς τους.
    

Σκηνή δέκατη όγδοη

Ο ελλαδίτης παππούς διπλωμένος στα τέσσερα κάμνει το άλογο. Η μικρή Κική, η εγγονή του, ξεκαρδισμένη στα γέλια, τον χτυπά στην πλάτη μ’ ένα νημάτινο καμουτσίκι και τον παρακινεί να τρέξει. Ο παππούς κάνει να επιταχύνει, δεν τα καταφέρνει στα ψέματα, λαχανιάζει τάχα και πέφτει στο πάτωμα και κατρακυλά, μαζί με την εγγονή του, που ξεκαρδίζεται και χαριεντίζεται με τον παππού.


Σκηνή δέκατη ένατη

Ο παππούς, ανάμεσα στις δυο εγγονές, αφηγείται το παραμύθι «Το πρωτοφανές ρεβίθι». Τα παιδιά εκστασιασμένα παρακολουθούν σαν να το βλέπουν πραγματικά μπροστά τους.
Τελειώνει το παραμύθι, μένουν για λίγο εκστατικά, μετά αγκαλιάζουν, φιλούν τον παππού και του ζητούν «κι άλλο, παππού, κι άλλο!» Ο παππούς, μετά από μικρό δισταγμό υποχωρεί και αρχίζει να αφηγείται άλλο παραμύθι που δεν το ακούμε, παρά μόνο το τέλος του: «Κι έτσι το βασιλόπουλο παντρεύτηκε την αγαπημένη του κι έκαναν γλέντια και χορό και μεγάλα τραπέζια κι ήταν κόσμος πολύς, έτρωγε, έπινε και διασκέδαζε... έκαναν ένα παστίτσιο, που τα μακαρόνια ήταν... να, σαν τα πόδια μου χοντρά!» (και πιάνει τον ένα μηρό του ποδιού του με τα δύο χέρια, για να δείξει πόσο χοντρά ήτανε) και μπιζέλια με το αρνάκι, να, σαν το κεφάλι μου μεγάλα (και πιάνει με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, για τα το πιστοποιήσει).
Τα παιδιά ξεκαρδισμένα στα γέλια κυλιούνται στην αγκαλιά του. Ο παππούς είναι ευτυχισμένος, η Αγγελικούλα περήφανη για τον πατέρα της, χαρούμενη για τα παιδιά.


Σκηνή εικοστή

Ο πατέρας φιλά την Αγγελικούλα στο μέτωπο, με συγκίνηση και τρυφερότητα.
«Αχ, βρε κορίτσι μου, χάρηκα πολύ που σας είδα, που είδα ότι είστε καλά. Να είστε πάντα καλά. Να είστε ευτυχισμένοι. Και τα κορίτσια σας, να είναι ευλογημένα, ο Θεός να τα έχει καλά και το καλοκαίρι, με το καλό, σας περιμένω.»
«Όμως, βρε πατέρα, με στενοχωρείς που φεύγεις έτσι! Ας έμενες να κάμναμε Πρωτοχρονιά και να φύγεις μετά...»
«Αφού σου είπα, βρε κορίτσι μου!»
«Τι μου είπες; Ότι φεύγει το καράβι Παραμονή και πρέπει να κάνεις Πρωτοχρονιά στο πλοίο, με ξένους ανθρώπους;»
«Γιατί με στενοχωρείς, βρε κορη μου! Δεν είπαμε ότι θα ’ρθει η σύνταξη και πρέπει να είμαι εκεί;»
«Αυτό δεν είναι δικαιολογία – και το ξέρεις – αλλά, τέλος πάντων, το καλοκαίρι δεν είναι μακριά.»
«Α! Είδες τι πρέπει να πεις και να μη στενοχωριέσαι άδικα;»
Τον αγκαλιάζει βουβά, με συγκίνηση. Ενώ οι δυο εγγονές είναι αρπαγμένες η καθεμιά από ένα πόδι του παππού και τρίβονται πάνω του.  «Καλό ταξίδι.»
Ο παππούς φιλάει τις εγγονές και το γαμπρό, παίρνει τη βαλίτσα του και μπαίνει στο ταξί. Τα παιδιά του κουνούν το χέρι χαρούμενα, «γεια σου, παππού-Θοδωρή, γεια σου!» καθώς εκείνος γυρίζει και κοιτάζει λυπημένος.


Σκηνή εικοστή πρώτη

Καλοκαίρι κι ο ουρανός έχει γεμίσει αλεξιπτωτιστές. Σκηνές τρόμου και πανικού, καθώς ακούγονται τα τουρκικά τανκς να πλησιάζουν. Τα παιδιά της Αγγελικούλας κλαίνε τρομαγμένα. Αρπάζει το ένα από το χέρι και το άλλο στην αγκαλιά και ορμάει σ’ ένα φορτηγό με γεμάτη την καρότσα, παρ’ όλα αυτά οι συνευρισκόμενοι της κάμουν τόπο και τη βοηθούν με τα παιδιά. Το φορτηγό ξεμακραίνει μες στη σκόνη του καλοκαιριού, αλλά φαίνεται ότι ο κίνδυνος – τουλάχιστον προς τα παρόν – έχει  περάσει. Η ένταση στα μάτια όλων παραμένει, ενώ τα παιδιά, ακόμη τρομαγμένα, στριμώχνονται στους κόρφους των μανάδων τους.
Κανένας δε μιλά. Ο οδηγός οδηγεί με ένταση στους πυρωμένους δρόμους.


Σκηνή εικοστή δεύτερη

Η Αγγλικούλα κάτω από μια μοσφιλιά με λίγη σκιά γράφει:
«Σεβαστέ μου πατέρα,
Μόλις τώρα μπορώ να σου γράψω, γιατί μέχρι τώρα οι υπηρεσίες όλες ήταν διαλυμένες. Τα τηλέφωνα, όπως ξέρεις, δε λειτουργούσαν και τα γράμματα δεν έφευγαν. Ευχαριστούμε για τις κουβέρτες που μας έστειλες, έπιασαν τόπο.  (Στο μυαλό της έρχεται  η εικόνα να κοιμούνται πάνω στην κουβέρτα, σ’ ένα σχεδόν αγκαθερό χωράφι, εκείνη και οι κόρες της, και να είναι σκεπασμένες με άλλη μια κουβέρτα και τα μάτια της δακρύζουν, όπως και τότε, κοιτάζοντας τον καθάριο, έναστρο ουρανό.)
Είμαστε καλά. Μην ανησυχείς. Ευτυχώς που δεν έμεινες το χειμώνα που είχες έρθει. Τι θα κάμναμε τώρα; Εμείς είμαστε καλά. Τα παιδιά φοβήθηκαν λίγο, όλοι φοβηθήκαμε, αλλά τώρα το κακό πέρασε. Βέβαια, δεν ξέρουμε πότε θα πάμε στα σπίτια μας, αλλά ο Θεός είναι μεγάλος. Μην ανησυχείς. Ώσπου να ’ρθει ο χειμώνας, το κακό θα έχει τελειώσει και, με το καλό θα πάμε στα σπίτια μας. Φρόντιζε τον εαυτό σου και την υγεία σου, ώσπου ν’ ανταμώσουμε ξανά. Τα παιδιά σε αγαπούν και θυμούνται συχνά, τα παραμύθια που τους έλεγες και τα παχνίδια που τους έκαμνες. (Φέρνει στο νου της τον πατέρα της να έχει στην πλάτη τη μικρή της κόρη, που τον χτυπά σαν να βιτσίζει άλογο, ενώ εκείνος είναι πεσμένος στα τέσσερα και λέει «σςςςςς...Ω!.....» κάνοντας τις ανάλογες κινήσεις και κάνοντας το παιδί να γελά, να ξεκαρδίζεται. Ύστερα θυμάται να παίρνει τη μεγάλη στους ώμους και να της κάμνει με τη γλώσσα «κλο, κλα, κλο, κλο...» μιμούμενος τις κινήσεις και τον ήχο του αλόγου και το παιδί να χαίρεται και να χοροπηδά. Η ίδια συγκινημένη να παρακολουθεί, ενώ τώρα δακρύζει. Ύστερα τον βλέπει να κάθεται και να έχει στην αγκαλιά του τη μικρή και στα πόδια του τη μεγάλη και να τους λέει το παραμύθι με το ρεβίθι, κάνοντας τις ανάλογες γκριμάτσες ή χειρονομίες και τα παιδιά να ξεκαρδίζονται, με τα μακαρόνια που ήταν χοντρά όσο ο μηρός του και τα μπιζέλια που ήταν μεγάλα, όσο το χοντρό κεφάλι του.


Σκηνή εικοστή τρίτη

«Αυτό είναι το σπίτι σας τώρα...» λέει κοιτάζοντας γύρω το άδειο, προσφυγικό σπίτι ο κυρ-Θοδωρής. Έχει μόλις έρθει και κρατάει ακόμη το πανωφόρι του.
«Αυτό είναι» λέει με την ανάλογη στενοχώρια η κόρη, που παίρνει το πανωφόρι από τα χέρια του και βιάζεται να εξαφανιστεί, μήπως και τη δει να κλαίει.
Εκείνος αρχίζει να προσέχει τις ελλείψεις. Την ώρα του φαγητού λέει:
«Κόρη μου, να με πας αύριο στην  αγορά, να πάρουμε μερικά πράγματα. Χρειάζεστε πολλά πράγματα...»
«Όχι, πατέρα, εσύ με μια μικρή σύνταξη... πάλι καλά που κατάφερες και  ήρθες!»  «Κόρη μου, εγώ ό,τι έχω, το ξέρεις, είναι δικό σας... Βέβαια, το σπίτι... είναι και τ’ αδέλφια σου... Αλλά, μου είπαν, αν θέλεις να ρθεις να μείνεις... είναι και δικό σου.»
«Πατέρα, εμάς μας φτάνει που είμαστε καλά. Που είμαστε όλοι μαζί. Που βρεθήκαμε...(Μετά από παύση και με τα μάτια βουρκωμένα) Ξέρεις... δε σου το είχα πει... ο Μιχάλης ήταν χαμένος. Για είκοσι μέρες... ήταν χαμένος. Δεν ήξερα πού ήταν...Δεν ήξερα πού να τον γυρέψω... Τα παιδιά τον ζητούσαν...κι εγώ... (ένας λυγμός της κόβει τη φράση) δεν ήξερα τι να τους πω. (Καταπίνει το λυγμό) έλεγα μόνο «θα ’ρθει ο μπαμπάς», αλλά, σκεφτόμουν, «τι θα τους πω, αν δεν έρθει;» Η λέξη αγνοούμενος θα έμπαινε στο λεξιλόγιό τους, κι εγώ δεν το ήθελα...
Αφήνει το πιρούνι κι ύστερα το ξαναπαίρνει και δοκιμάζει να φάει ανόρεχτα. Ο πατέρας σηκώνεται, την αγκαλιάζει, της φιλά τα μαλλιά με συγκίνηση και πατρική στοργή. Εκείνη στρέφεται στο ευρύ του  στήθος, σαν να βρίσκει καταφύγιο και ξεσπά σ’ ένα γοερό κλάμα, που αφήνει να βγει όλη η αγωνία που είχε κρατήσει μέσα της. Τα παιδιά πανικόβλητα αρχίζουν να κλαίνε. Ο παππούς, κολώνα, τους συγκεντρώνει όλους γύρω του.
Το φαγητό, σχεδόν ανάγγιχτο,  μένει θλιβερά εγκαταλειμμένο στα πιάτα.


Σκηνή εικοστή τέταρτη
 
Ο μπάρμπα-Θοδωρής πάει κι έρχεται στο δωμάτιό του και διαβάζει το γράμμα τους:
«Σεβαστέ μου πατέρα,
Υγεία σου εύχομαι, υγεία και χαρά. Εμείς είμαστε καλά και χαιρόμαστε, γιατί λένε ότι  ετοιμάζεται λύση, θα δοθεί η Αμμόχωστος και θα επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Θα είναι βέβαια λίγο κατεστραμμένα από τον καιρό, αλλά εμείς θα τα φτιάξουμε! Μόνο να πάμε!..»
Ο μπάρμπα-Θοδωρής φιλά το γράμμα, είναι συγκινημένος και όλο ελπίδα. «Μακάρι, Θεέ μου, να τελειώσουν τα βάσανα των παιδιών μου και όλου του κόσμου, να ελευθερωθεί η Κύπρος μας και πια άλλο κακό να μην τους εύρει! Να μην ξαναγίνει πόλεμος. Ούτε στην Κύπρο ούτε πουθενά! »
Κατεβαίνει στην αυλή και πηγαίνει στο μικρό εκκλησάκι που έχει χτίσει. Ανάβει το καντήλι και σταυροκοπιέται. Καθώς σταυροκοπιέται, ψαλμωδίες  αναμειγνύονται με οιμωγές διωγμένων και βλέπουμε ένα μπουλούκι Μικρασιατών, που εγκαταλείπουν κυνηγημένοι την πατρίδα τους. Ανάμεσά τους, ο κυρ-Θοδωρής μικρός, αρπαγμένος από τα σαλβάρια της μάνας του. Να τρέχει και να κλαίει καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να φτάσει τους μεγάλους, έχοντας χάσει δυνάμεις για να τους ακολουθεί, αλλά και όντας πολύ μεγάλος για να τον πάρει αγκαλιά η μάνα του, που τον σέρνει με σκληρότητα.
«Παναγία μου, μεγαλόχαρή μου! Κάνε το θαύμα σου! Λυπήσου τον κόσμο σου, δώσε μία λύση και κάνε να μη ξαναδεί ο κόσμος πόλεμο! »
«Αμήν, Παναγία μου!» Κάμνει τον τελευταίο του σταυρό και μένει για λίγο κατανυκτικός. Η σκηνή σβήνει απαλά μέσα σε ηρεμιστικές ψαλμωδίες.


Σκηνή εικοστή πέμπτη

Στο σπίτι του κυρ-Θοδωρή. Ο γέρο-πατέρας κρατά το χέρι της κόρης του.
«Αχ, βρε κορίτσι μου, μη φεύγετε! Οι Τούρκοι ετοιμάζουν κάτι πάλι. Αυτά τα Ίμια δε θα μας βγουν σε καλό. Τόσα χρόνια πού ήταν κρυμμένα! Πού τα θυμήθηκαν τώρα! Ποιος ξέρει τι σκέφτονται πάλι...»
«Δε γίνεται, πατέρα! Τα είπαμε τόσες φορές. Εκεί είναι το σπίτι μου, εκεί είναι η ζωή μου. Ό,τι είναι τυχερό να συμβεί...πρέπει να το αντιμετωπίσουμε!»
Ο μπάρμπα-Θοδωρής σκύβει το κεφάλι νικημένος. Συγκατανεύει. Τα ξέρει όλα αυτά. Άλλοτε τα έλεγε ο ίδιος. Τώρα όμως...
«Εγώ δε θα σας ξαναδώ» λέει μέσα του. Σηκώνεται έτοιμος να τους αποχαιρετήσει. Ακολουθεί αργά και η κόρη του. Τον κοιτάει με μάτια υγρά. Μέσα της λέει: «Ξέρω ότι δε θα σε ξαναδώ...» Ακουμπάει το κεφάλι της στο στήθος του. «Σήμαινες τόσα πολλά για μένα!» Απλώνει το χέρι και μετρά το εύρος του, σαν για να εκτιμήσει τη χωρητικότητά του. «Αυτό το στήθος, αυτή η αγκαλιά είχε μόνο αγάπη να δώσει... Το ξέρω ότι δε θα σε ξαναδώ, αλλά...δεν μπορώ να σου το πω!..»
«Αντίο, πατέρα...»
«Στο καλό, κόρη μου...» Της φιλά τα μαλλιά. Σκύβει και αγκαλιάζει τις δυο εγγονές που στέκονται θλιμμένες πλάι του. Κρύβει το κεφάλι του ανάμεσα στα δικά τους. Ο λυγμός του δεν ακούγεται. Είναι πολύ περήφανος για να τον αφήσει να βγει και δε θέλει να στενοχωρήσει τις εγγονές του.

Αποχαιρετιούνται. Κοιτάζονται για λίγο και μένουν βουβοί. Τα μάτια τους ξέρουν ότι δε θα ξαναβρεθούν.


Σκηνή εικοστή έκτη

Ο μπάρμπα-Θοδωρής κηδεύεται. Η κόρη του μες στα μαύρα, δακρυσμένη, συγκινημένη, σκέφτεται.
«Δεν αξιώθηκες να δεις αυτό που επιθυμούσες τόσο πολύ. Την Κύπρο ελεύθερη. Τώρα που κοντέψαμε όσο καμιά άλλη φορά στη λύση, τώρα που έχουμε τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης...» Σκουπίζει τα δάκρυά της. «Δεν πειράζει όμως... Εσύ θα χαρείς από κει πάνω που είσαι, όταν σε λίγο καιρό δεις το κυπριακό να λύνεται και τα παιδιά σου να γυρίζουν στο σπίτι τους. Εσείς δεν μπορέσατε να γυρίσετε στη δική σας πατρίδα. Εμείς όμως θα γυρίσουμε!»


Σκηνή εικοστή έβδομη

Η Αγγελικούλα με τον άντρα της παρακολουθούν εναγώνια τηλεόραση.
Προεκλογική περίοδος και το κόμμα του Κληρίδη προσπαθεί να πείσει τον κόσμο να τον ψηφίσει για ακόμη δεκαέξι μήνες. Ζυμώσεις, επιχειρήματα εκατέρωθεν. (Ντοκουμέντα).
Σε επόμενη φάση, παρακολουθούν τα αποτελέσματα. Ο Κληρίδης απέτυχε. Έχει κερδίσει ο Παπαδόπουλος. Ο Μιχάλης και η Αγγελικούλα είναι σκεφτικοί.

Σκηνή εικοστή όγδοη

Συνέχεια του προεκλογικού κλίματος για το δημοψήφισμα αυτή τη φορά. Συζητήσεις, επιχειρήματα, αντεγκλήσεις στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, στο ίντερνετ. (Ντοκουμέντα). Η Αγγελικούλα παρακολουθεί με αγωνία όλα αυτά, αποκλεισμένη στο σπίτι, πότε κάνοντας δουλειές, αλλά παρακολουθώντας τις συζητήσεις, και πότε κοκαλωμένη με αγωνία μπροστά στην τηλεόραση (φαίνεται να μη χάνει συζήτηση για συζήτηση) ή μπροστά στο κομπιούτερ, διαβάζοντας ό,τι έχει γραφτεί και προσθέτοντας τις δικές της απόψεις.
Όσο ακούει τους υπέρμαχους του «ΝΑΙ», ο εκνευρισμός της εντείνεται, αντιδρά στα ηλίθια επιχειρήματά τους (ντοκουμέντα), μιλά στην τηλεόραση και τους αντικρούει, ώσπου καταλαβαίνει ότι κάθε αντίλογος είναι περιττός, κάθε απόκρουση επιχειρήματος αναποτελεσματική, γιατί αυτοί που υπερασπίζονται το «ΝΑΙ» το κάνουν για δικούς τους λόγους, ξέροντας πολύ καλά το σαθρό των επιχειρημάτων τους και τότε η σκηνή του κάτουρου ζωντανεύει, μόνο που αυτή τη φορά ο στόχος δεν είναι το «πιο μακριά», αλλά κατ’ ευθείαν το στόμα και τα μούτρα των ομιλητών.
Η ευχαρίστηση είναι όλη δική της.


Σκηνή εικοστή ένατη

Πλατεία Ελευθερίας, κόσμος μαζεύεται απ’ όλες τις μεριές, ατμόσφαιρα
πανηγυρική.
Εξέδρες έχουν στηθεί, πανό με συνθήματα για την Ευρώπη στολίζουν
τοίχους, μπαλκόνια και κολώνες. Η Αγγελικούλα περιφέρεται στην
πλατεία κοιτάζοντας ολόγυρα. Η συναυλία αρχίζει και κορυφώνεται με
την Άννα Βίσση ντυμένη στα άσπρα.
Η συναυλία τελειώνει, ο κόσμος διαλύεται. Στην επιστροφή για το σπίτι
προσέχει τα συνθήματα για το ΝΑΙ και το ΟΧΙ.


Σκηνή τριακοστή

Την άλλη μέρα πρωί, η Αγγελική περνά τη φωτογραφική στον ώμο,  βγαίνει  χαρούμενη από το σπίτι ανακαλύπτει, προσέχοντας, πόσο πολλά συνθήματα είναι γραμμένα στους τοίχους, σε ταμπέλες, σε στύλους, στα τείχη και όπου αλλού πηγαίνει. Αρχίζει να τα φωτογραφίζει με μανία, μες στο καλοκαίρι, μες στην πυρά, μες στα μεσημέρια, από φόβο μήπως χαθούν και δεν τα προλάβει. Μέσα από το αυτοκίνητο, έξω από το αυτοκίνητο, ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, που περνούν και κορνάρουν, μέσα σε δρόμους και λεωφόρους, σε απόμερες γειτονιές, σε σπίτια, σε ηλιακούς θερμοσίφωνες.
Φωνή της γιαγιάς of: «Θα γίνεις καλό παιδί, θα είσαι φρόνιμη, θα ακούς τι σου λένε;»
Η Αγγελικούλα, μεγάλη πια, ορθώνεται απέναντι στη γιαγιά και στη μαμά, πιάνει το χέρι της γιαγιάς που κρατά το οκλαϊ και της μαμάς που της κρατούσε το πόδι και τους λέει ήρεμα και αποφασιστικά:
-    Εσείς θα γίνεται καλές; Θα κοιτάτε πρώτα το δίκαιο και μετά να τιμωρείτε;
Η φωνή της γιαγιάς of:
-    Όχι, εσύ πρέπει να γίνεις «καλή». Εσύ πρέπει να υπακούς.
-    Ε, λοιπόν ΟΧΙ! Όχι, όταν δεν πρέπει και δεν είναι σωστό. Όχι, Όχι, ΟΧΙ, ΟΧΙ.
Το «όχι» της Αγγελικούλας πνίγεται από τα κορναρίσματα ή τα ανατριχιαστικά φρεναρίσματα των αυτοκινήτων που παραλίγο να την πατήσουν, καθώς αυτή εστιάζει το φακό της πάνω στα διάφορα «ΟΧΙ».
Κάθε «ΟΧΙ» που φωτογραφίζει είναι και ένα «ΟΧΙ» στον ξυλοδαρμό που δεχόταν μικρή. Το «ΟΧΙ» το δικό της είναι όχι στους μεγάλους, που έχουν τη δύναμη επιβολής και όποιας μεταχείρισης επάνω στο παιδί. Το «ΟΧΙ» των Κυπρίων είναι ένα «ΟΧΙ» στους δυνατούς της Γης.
Οι δυο σκηνές αλληλοδιαδέχονατι και διαπλέκονται η μια με την άλλη. Όσο φωτογραφίζει, τόσο λυτρώνεται.


Σκοτάδι. Από το κέντρο της οθόνης κάτι λευκό, μικροσκοπικό μοιάζει να αναδεύεται, καθώς ο Gilad Atzmon παίζει τη «Μισιρλού». Σιγά σιγά αυτό μεγαλώνει, μοιάζει με περιστέρι, που σαν παγιδευμένο προσπαθεί να πετάξει, μεγαλώνει, αρχίζει να κυριεύει την οθόνη, αλλά, όσο μεγαλώνει, τόσο βλέπουμε λευκά πέπλα να λικνίζονται στο ρυθμό του τραγουδιού, στα στριφογυρίσματα βλέπουμε το πρόσωπο της Αγγελικούλας, που κάθε τόσο αγάλλεται όλο και πιο πολύ, ενώ τα διάφορα κλικ καθηλώνουν κι από ένα όχι. Τα φωτογραφημένα «ΟΧΙ» μπλέκονται με τα πέπλα, με τις κινήσεις, με το πρόσωπο, με σκηνές από τις ειδήσεις με πολιτικά πρόσωπα της Κύπρου με τον Κόφι Αννάν και άλλους ιθύνοντες Διεθνών Οργανισμών ή Κυβερνήσεων και ο όλος χορός τελειώνει με ένα τίναγμα κεφαλιού και πέπλων ψηλά.

Πέφτουν τα γράμματα.