Η Άβια, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε της, έχει χάσει προ επταετίας περίπου το μοναδικό παιδί της στον πόλεμο. Δεν έχει πεθάνει, αγνοείται. Οι έρευνες όλα αυτά τα χρόνια αποδίδουν ελάχιστα. Φτάνουν  ως ένα σημείο και σταματούν. Μια μέρα οι αρχές την πληροφορούν ότι έχει βρεθεί, αλλά, αντί για το γιο της δέχεται ένα κιβώτιο με οστά κι ένα κράνος. Όντας η ίδια συντηρήτρια αρχαιοτήτων, αποφασίζει να συντηρήσει το μοναδικό αντικείμενο που έχει σωθεί απ’ αυτόν.

Η Άβια, συντηρήτρια αρχαιοτήτων, αποφασίζει να δουλέψει στην Αμερικάνικη Αρχαιολογική Υπηρεσία, που ανασκάπτει την αρχαία  Κόρινθο, όταν πληροφορείται από το γιο της ότι θα πάει στρατιώτης στο Αφγανιστάν. Αισθάνεται ότι έτσι θα είναι πιο κοντά στο μοναδικό της παιδί.

Στην αρχή έχουν επαφή μέσω e-mail και facebook. Κάποια στιγμή όμως η επικοινωνία διακόπτεται και η Άβια πληροφορείται ότι ο γιος έλαβε μέρος σε μια επιχείρηση, από την οποία δε γύρισε, αλλά ούτε βρέθηκε νεκρός.
Με πολλές δυσκολίες καταφέρνει να πάει η ίδια, για να συλλέξει πληροφορίες, αλλά η έρευνά της σκοντάφτει στην κατάσταση της χώρας και στη μυστικότητα του στρατού.

Επιστρέφει στην Κόρινθο μ’ ένα κουβάρι πληροφορίες, τις οποίες προσπαθεί να ξεδιαλύνει με τη βοήθεια του άντρα που είναι τώρα μαζί της. Παρά τη βοήθειά του όμως, δεν καταφέρνουν να συνδέσουν το παζλ, κι έτσι αποφασίζει να πάει πίσω στην Αμερική, όπου πουλάει το σπίτι της και προσλαμβάνει ένα πεπειραμένο ντεντέκτιβ. Και οι πληροφορίες, που στέλνει αυτός κάθε τόσο, δεν οδηγούν στον εντοπισμό του γιου της. Συχνά είναι αντικρουόμενες. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα και όλα τα οικονομικά της αποθέματα, ξαναγυρίζει στην Κόρινθο, όπου ο αγαπημένος της την περιμένει ακόμη.

Εφτά χρόνια μετά, ένα σύντομο γράμμα από τις στρατιωτικές αρχές την πληροφορεί ότι έχουν βρεθεί τα οστά του γιου της και έχουν ταυτοποιηθεί με τη μέθοδο του τεστ DNA. Τώρα κατατάσσεται στους ήρωες του πολέμου.
Επιστρέφει στην Αμερική, για να παραλάβει το κιβώτιο με τα οστά του και το μόνο δικό του αντικείμενο, ένα κράνος. Θέλει να κρατήσει κάτι από αυτόν και αποφασίζει να το συντηρήσει.
Καθώς το συντηρεί, της αποκαλύπτεται ο τρόπος θανάτου του. Έχει πυροβοληθεί στο κεφάλι και υπολείμματα του κρανίου και του εγκεφάλου του υπάρχουν στο κράνος. Η Άβια αναστατώνεται, κάνει εμετό, παρατά το κράνος, αλλά κάθε τόσο κάτι την ωθεί να το πλησιάζει ξανά και να προσπαθεί να συνεχίσει τη συντήρηση.
Κάποια στιγμή ξαναρχίζει. «Ξέρει» πως κάποιο μυστικό θα της αποκαλυφθεί. Η εργασία προχωρεί αργά, λόγω της μεγάλης συναισθηματικής της φόρτισης, αλλά και γιατί σκηνές από τη ζωή του γιου της στο Αφγανιστάν μπερδεύονται με άλλες, που μοιάζουν να έρχονται από άλλη ζωή.

Φοβάται πως αρχίζει να τρελαίνεται, αλλά μια φίλη της την ενθαρρύνει να κάνει αναδρομή σε παλιότερες ζωές και της συστήνει την Ερνεστίνα.
Σταδιακά το κουβάρι ξετυλίγεται και ξεκαθαρίζει ότι οι σκηνές αυτές προέρχονται από την τελευταία της ζωή. Τότε η Άβια, νεαρή μητέρα τριών παιδιών, που ήθελε να κάνει καριέρα στο τραγούδι, είχε εγκαταλείψει σύζυγο και παιδιά και ακολούθησε ένα περιοδεύον συγκρότημα, χωρίς ποτέ να καταφέρει να είναι κάτι περισσότερο από μια τραγουδίστρια τρίτης επιλογής και χωρίς ποτέ να έχει κάποια επαφή με τα παιδιά της.
Εκείν τον καιρό ο Τζον ήτανε δύο χρονών. Του έλειπε φοβερά η μητέρα του, έζησε άσχημα χωρίς αυτήν και τώρα την εκδικείται με την εξαφάνισή του.

Καταρρακωμένη από τη συνειδητοποίηση του τι είχε κάνει στο παιδί της τότε,  ζητάει συντετριμμένη συγνώμη και αυτό ξαναφέρνει κοντά μάνα και γιο.
Λυτρωμένη από τη συγνώμη του γιου της η Άβια, αντιλαμβάνεται ότι είναι έγκυος, πράγμα που επιδίωκε χρόνια τώρα με τους εραστές της, αλλά δεν κατάφερνε ποτέ.  
Μια καινούρια ζωή έρχεται να δώσει συνέχεια στη ζωή του παιδιού της.