Πρώτη σκηνή: τάξη παιδιών, όπου, καθώς ο δάσκαλος γράφει στον πίνακα, κιμωλίες πετιούνται, σαΐτες εκσφενδονίζονται, παιδιά βγαίνουν από τα παράθυρα και ξαφνικά τραγούδια ακούγονται από το ραδιόφωνο. Ο δάσκαλος συγχυσμένος, δεν μπορεί να ελέγξει την κατάσταση.

Σκηνή δεύτερη: ο δάσκαλος, γυρισμένος στον πίνακα, γράφει «έκθεση πρώτη, Αν ήμουν δάσκαλος...», αγνοώντας τις κιμωλίες που περνούν ξυστά από το αυτί του. Παγωμάρα στην τάξη και μετά τα παιδιά αρχίζουν να γράφουν. Ακούμε κάποιες σκέψεις παιδιών, τα γρατσουνίσματα της πένας, τη δυσκολία κάποιων να προχωρήσουν κ.λπ.

Σκηνή τρίτη: ένας νεαρός δάσκαλος μπροστά στον καθρέφτη εξετάζει τον εαυτό του, το χτένισμα, το κοστούμι, την γραβάτα του, αισθανόμενος έναν αδιόρατο φόβο για το τι θα βρει, για το τι πάει να αντιμετωπίσει. (Εννοείται ότι η σκηνή αυτή συμβαίνει όσο τα παιδιά γράφουν.)

Σκηνή τέταρτη: (συνέχεια της προηγούμενης) ο διευθυντής υποδέχεται τον συνεσταλμένο δάσκαλο και τον οδηγεί στην τάξη, όπου τον συστήνει στους συγκρατημένα ζωηρούς μαθητές. Ο διευθυντής φεύγει και οι μαθητές αρχίζουν τις ερωτήσεις. «Από πού είστε, κύριε;» Απάντηση μαθητή «από πού; Από το Τιμπουκτού!», «Πώς σας λένε, κύριε;» Απάντηση δασκάλου με αξιοπρέπεια «Ταμπούρλας Αθανάσιος» Ξέσπασμα τρελού γέλιου από τα παιδιά. Ένας φαντάζεται να παίζει ταμπούρλο πάνω στο κεφάλι του δασκάλου.

Σκηνή Πέμπτη: μεσημέρι, μετά το σχολείο, ο δάσκαλος, ξανά μπροστά στον καθρέφτη του, κουρασμένος και «τσακισμένος» αρχίζει να «ξηλώνει» την εικόνα του.

Σκηνή έκτη: στην τάξη, ημέρα επιστροφής των εκθέσεων, ο δάσκαλος έχει τη στοίβη των τετραδίων πάνω στην έδρα. «Παιδιά, πριν σας επιστρέψω τα τετράδια, θα ήθελα να σας διαβάσω την έκθεση ενός παιδιού. Γίνεται ησυχία και ο δάσκαλος αρχίζει.

«Αν ήμουν δάσκαλος...»
Πώς να μπει κανείς στη θέση κάποιου άλλου; Αν πέρσι μπορούσα να μπω στη θέση αυτού που είμαι σήμερα, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά.
Με το «αν» μπορείς να φανταστείς ό,τι θέλεις. Έτσι λοιπόν, ας αφήσω τη φαντασία μου ελεύθερη, να μου πει πώς θα ήταν αν ήμουν δάσκαλος...»  
Όσο η ανάγνωση προχωρεί, τα παιδιά προσηλώνονται όλο και πιο πολύ. Στο τέλος έχουν ησυχάσει ολότελα. Είναι εντυπωσιασμένα.
Όσο κρατάει η ανάγνωση, βλέπουμε ένα νεαρό δάσκαλο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, να ξεκινάει χαρούμενος από το σπίτι του, με το χαρτοφύλακα και με όλο τον αέρα του ανθρώπου που πάει να κατακτήσει και να εδραιωθεί. Η πρώτη μέρα στο σχολείο όμως είναι μια καταστροφή. Τα παιδιά «γεμίζουν» με τις τρέλες τους το δασκαλο.
Το διάβασμα της έκθεσης τελειώνει με την εικόνα του παιδιού που γράφει να σταματά και να σκέφτεται την τελευταία φράση της έκθεσης. «Όχι, όχι! Δε θέλω να γίνω δάσκαλος. Μακριά από μένα αυτό το ποτήρι.»

Το παιδί το βλέπουμε από πίσω κι έτσι δεν ξέρουμε αν είναι αγόρι ή κορίτσι.
Ο δάσκαλος, μετά από μικρή παύση και αφού εξετάζει τα πρόσωπα των παιδιών, που είναι εντυπωσιασμένα, ρωτά «σας άρεσε;» «ναι, κύριε, είναι πολύ ωραία!» «ποιος νομίζετε ότι έχει γράψει αυτή την έκθεση;» Τα παιδιά απαντούν αυθόρμητα υποδεικνύοντας τους καλύτερους μαθητές, όμως καθένας απ’ αυτούς απαντά ξαφνιασμένος πως όχι, δεν είναι αυτός.

«Μόνο αγόρι θα μπορούσε να γράψει αυτή την έκθεση;» «Μα... δε λέει δασκάλα, κύριε!» «Κι όμως! Έλα, Αλεξίου, έξω.» «Κύριε, μπορώ να μείνω στη θέση μου;», ρωτάει το παιδί και τα μάτια του είναι γεμάτα δάκρυα. «Μα τούτη;», απορούν τα παιδιά και ψιθυρίζουν μεταξύ τους «μα τούτη έμεινε ιδίαν!». «Τούτη, κύριε...», πετιέται ένα  παιδί έτοιμο να το πει, αλλά ο δάσκαλος τον κόβει. «Ναι, τούτη, παιδιά!» «Μα, τούτη, κύριε!..» «Ναι, το ξέρω, παιδιά. Έχω δει τους βαθμούς και τις διαγωγές όλων σας. Ήθελα να σας ξέρω από πριν. Γιατί, Αλεξίου, παιδί μου;» «Δε διάβαζα, κύριε.»

Το παιδί – ένα αγοροκουρεμένο κορίτσι, με χοντρή, μπάσα φωνή και τρόπους αγορίστικους, χαμηλώνει τα μάτια και αμέσως τα ανεβάζει ψηλά, προσπαθώντας να εμποδίσει τα δάκρυα να κυλήσουν. Βλέπουμε σκηνές, όπου έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αταξίες που την παρακινούν οι άλλοι να κάνει και την επευφημούν, ενώ εκείνη νομίζει ότι έχει κερδίσει το θαυμασμό των συμμαθητών/τριών της. (Εννοείται της προηγούμενης τάξης.)
«Τώρα πώς νιώθεις;» τη ρωτά ο δάσκαλος. Μακριά σιωπή, την ακούμε να σκέφτεται «πέρασα το πιο άσχημο καλοκαίρι» και με σπασμένη φωνή «όταν βγήκαν τα αποτελέσματα...» κρύβει το κεφάλι στα χέρια και ξέρουμε ότι κλαίει. Όταν σηκώνει το κεφάλι, ο δάσκαλος τη ρωτά «Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;» Το κουδούνι χτυπά και τα παιδιά ξεχύνονται στην αυλή. Μένει μόνη, με δυο τρία παιδιά απόμακρα, να σκέφτονται αν θα την πλησιάσουν.

Τα παιδιά αποφασίζουν να πάνε στο διάλειμμά τους και η Αλεξία ακολουθεί διστακτικά. Ο δάσκαλος την πλησιάζει κι εκείνη αποτραβιέται μ’ ένα τρόπο σαν να περιμένει ότι θα τη χτυπήσει. «Αλεξίου,» της λέει ο δάσκαλος, «γνωρίζω ότι έχεις χάσει τη μητέρα σου... πώς είμαι να ζεις με δυο άντρες στο σπίτι;» Το παιδί σκύβει το κεφάλι και δε μιλά. «Πρέπει να κάμνεις δουλειές στο σπίτι; Ποια είναι η θέση σου μέσα στην οικογένεια;» Το παιδί σκύβει ξανά το κεφάλι και σφραγίζει ακόμα πιο πολύ το στόμα. Είναι φανερό ότι κάτι συμβαίνει στο σπίτι.

Ο  δάσκαλος συνεχίζει να ρωτά το παιδί με προσοχή και τακτ αρχικά για τον πατέρα. Το κορίτσι λέει «ο πατέρας μου είναι καλός, κύριε...» και βλέπουμε σκηνές, όπου ο πατέρας κάνει δουλειές (βάζει πλυντήριο, πλένει πιάτα, της ετοιμάζει πρόγευμα) και περιποιείται το παιδί.

Το παιδί όπως έχει σκύψει το κεφάλι με τρόπο, που καταλαβαίνουμε ότι κάτι άλλο δεν πάει καλά. «Ο αδελφός σου;» «Ο αδελφός μου είναι φαντάρος, κύριε...», απαντά το κορίτσι με πολλή στενοχώρια. «Έρχεται με άδεια;» Τα δάχτυλα του κοριτσιού εκφράζουν τη στενοχώρια του. «Ναι, κύριε...» η στενοχώρια του παιδιού εντείνεται. «Και σου ζητάει να κάνεις κάτι για κείνον;» Το παιδί δεν απαντά. «Να του πλένεις τα ρούχα, να του τα σιδερώνεις;»
(Ο δάσκαλος το ρωτά αυτό θεωρώντας ότι το να πλένεις και να σιδερώνεις τα φανταρίστικα ρούχα είναι μια δύσκολη δουλειά για μια έφηβη των δεκαπέντε χρόνων.)

Παρατεταμένη σιωπή, μάτια γεμάτα δάκρυα, σκύψιμο του κεφαλιού, αφού πρώτα έχει νέψει «όχι». Ο δάσκαλος περιμένει. «Μου ζητάει να του πηγαίνω την πετσέτα στο μπάνιο, κύριε...»  Βλέπουμε το νεαρό, ενώ απολαμβάνει το μπάνιο του, να φωνάζει «Αλεξία, φέρ’ μου τον τόρο να σκουπιστώ!» Το παιδί μαζεύεται, διστάζει. «Αλεξία, είπα! Τον τόρο.»
Η Αλεξία μένει για λίγο ακίνητη, ύστερα σηκώνει τα μάτια που έχουν βουρκώσει, παίρνει βαθιά ανάσα, πιάνει τον τόρο και προχωρεί δισταχτικά μέχρι το μπάνιο. Ανοίγει λίγο την πόρτα και μπάζοντας μόνο το χέρι που κρατά τον τόρο, του τον προτείνει. Το χέρι όμως του αδελφού της αρπάζει το δικό της και την τραβά στο μπάνιο. Ο αδελφός την τραβά σχεδόν πάνω του. Η ανάσα του στο πρόσωπό της. Απειλητικά – ερωτικά : «Γιατί δε μου φέρνεις τον τόρο;» «Να τον παίρνεις μόνος σου.» Της δίνει ένα μπατσάκι και την πλησιάζει ακόμα πιο πολύ. «Γιατί; Μεγάλη δουλειά σου ζήτησα;»
Το κορίτσι προσπαθεί να τον αποφύγει, εκείνος όμως την κρατά σφιχτά και έρχεται όλο και πιο κοντά της. Σχεδόν την έχει αγγίξει. «Μεγάλη δουλειά σου ζήτησα;», της λέει καθαρά ερωτικά τώρα. Το παιδί αντιδρά, προσπαθεί να ξεφύγει από το χέρι του, αρχίζουν να παλεύουν, εκείνος προσπαθώντας να την προσεγγίσει όλο και πιο πολύ κι εκείνη παλεύοντας να ξεφύγει.
«Θα το πω στον πατέρα», λέει το παιδί, όταν πια αρχίζει να νικιέται. Της αστραφτεί, φαπ!, ένα χαστούκι και σταματά ακίνητος μπροστά της. Για λίγο κοιτάζονται, υστέρα εκείνος της παίρνει ένα φιλί και αποχτά κυριαρχία. «Πες το, αν τολμάς!» και την αφήνει να φύγει.  
Το κουδούνι χτυπά και τα παιδιά αρχίζουν να επιστρέφουν στην τάξη.

Σκηνή έβδομη: η μαθήτρια είναι τώρα μια μοντέρνα, πρόσχαρη δασκάλα που στέκεται μπροστά στην έδρα, κοιτάζει τα παιδιά που την κοιτάζουν και περιμένουν να τους συστηθεί. Βλέπουμε τις πλάτες των παιδιών και την αποφασιστικότητα της δασκάλας να τους αντιμετωπίσει. «Κυρία, φοβάστε τα σαμιαμίδια;», λέει μια μαθήτρια και σηκώνει ένα σαμιαμίδι μπροστά στα μάτια της, περιμένοντας ότι θα φοβηθεί και θα αρχίσει να ουρλιάζει υστερικά. Η δασκάλα γελά με συγκατάβαση, κατεβαίνει από την έδρα, παίρνει το σαμιαμίδι, το πετά έξω από το ανοιχτό παράθυρο και ξαναπαίρνει τη θέση της, κυρίαρχη απέναντι στα παιδιά. Η μαθήτρια είναι η ίδια, η σκηνή είναι σκηνή θύμησης του τι έκανε εκείνη.

Σκηνή όγδοη: Το κορίτσι τρέχει έξω στα λιβάδια κυνηγώντας το σαμιαμίδι, το ξετρυπώνει από τον κρυψώνα του ξεσηκώνοντας κάποιες πέτρες, το σηκώνει ψηλά, έτοιμη να το καταβροχθίσει, ύστερα το αφήνει να κατευθυνθεί προς το ποτάμι, όπου μπαίνει και κολυμπά (η νεαρή πλέον δασκάλα, γεμάτη συγκατάβαση και αγάπη για κείνο το παιδί), ελεύθερη από τον παλιό και χαρούμενη για τον καινούριο εαυτό της.






Ίσως είναι βοηθητικό να δώσω κάποιες διευκρινίσεις.

Πρόκειται για τρεις δασκάλους, που εκπροσωπούν τρεις γενιές. Ο πρώτος είναι ο δάσκαλος της εποχής που μόλις έχει απαγορευθεί το ξύλο στα σχολεία και μπορεί (ακόμα) να κρατά τη βέργα ή το χάρακα, αλλά δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει. Έτσι, αισθάνεται παροπλισμένος και δεν ξέρει πώς να επιβληθεί.

Ο δεύτερος είναι ο δάσκαλος, που επειδή είχε υπάρξει πολύ καλός μαθητής, «σπάσμα» που λέμε, νομίζει ότι, όπως έπαιρνε τους βαθμούς, το ίδιο εύκολα θα επιβληθεί στα παιδιά, αλλά αγνοώντας την ψυχολογία τους, πέφτει έξω.

Η τρίτη είναι η δασκάλα που «έχοντας πάθει, έχε μάθει». Έτσι, γνωρίζει, όχι μόνο την ψυχολογία των παιδιών – και ιδιαίτερα των άταχτων – αλλά και πώς να μην ταραχτεί ότι δεν την υπολογίζουν, δεν την εκτιμούν και άρα να χάσει την ψυχραιμία και το κύρος της, αντίθετα μάλιστα κρυφά μέσα της χαίρεται διότι ξέρει και κατανοεί. Αυτό της δίνει και την κυριαρχία και την ελευθερία της.