Μια Κυριακή πρωί ένα κάτασπρο σύννεφο περιδιαβάζει ανέμελα στον ουρανό, ώσπου ακούει μια παιδική χορωδία. Ρωτά ένα σοφό σύννεφο να μάθει τι είναι αυτό και όταν εκείνο του εξηγεί ότι τα παιδιά τραγουδούν και παίζουν μουσική με τα στόματα και τα δάχτυλά τους, εκείνο δυσαρεστείται γιατί πιστεύει ότι, μην έχοντας δάχτυλα, δε θα μπορέσει ποτέ να δημιουργήσει μουσική.
Όταν όμως μετατρέπεται σε βροχή, ανακαλύπτει ότι μπορεί κι εκείνο να παράγει μουσική, καθώς και σχήματα, χοροπηδώντας πάνω σε ποικίλα υλικά.
Παρ’ όλα αυτά δεν είναι ευχαριστημένο, γιατί, ενώ αλλάζει κάποια χρώματα, δε γίνεται ποτέ... για παράδειγμα.... πράσινο.
Η δυσαρέσκειά του το οδηγεί μακριά, σε χώρες που δε βρέχει και άνθρωποι, φυτά και ζώα πεθαίνουν αβοήθητα. Το σύννεφο λυπάται και καλεί τα άλλα σύννεφα να πέσουν στη γη, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Η διψασμένη γη ρουφά το νερό και μετατρέπει τους σπόρους σε πλούσια βλάστηση, που κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται και να ελπίζουν.
- Είμαι κι εγώ μέσα σ’ αυτό το πράσινο, είμαι κι εγώ μέσα στο μελλοντικό σιτάρι, σκέφτεται ευχαριστημένο το πριν ανικανοποίητο σύννεφο, και χάνεται μέσα στο πράσινο που επιθυμούσε να γίνει.