Σε μια λίμνη με πάπιες καταφεύγει συχνά η τριμελής οικογένεια του Άντη και της Τέρψας, γιατί ο μοναδικός τους γιος, ο Τόντι, αγαπά να τις ταΐζει και να τις παρακολουθεί. Τον συναπαίρνει τόσο πολύ αυτό, που πολλές φορές φεύγουν αφού δύσει για καλά ο ήλιος.

Οι πάπιες τους πλησιάζουν, όπως και όλους που τους ρίχνουν τροφή, αλλά μια απ’ αυτές, με γαλαζοπράσινα φτερά, φαίνεται να τους ξεχωρίζει και να προτιμά την τροφή που του ρίχνει ο Τόντι. Το ίδιο κι ο Τόντι την αγαπά και την ξεχωρίζει. Της δίνει το όνομα Τίντα, την καλεί κι εκείνη ανταποκρίνεται.
Η πάπια απομακρύνεται πάντα βουτώντας το κεφάλι της στο νερό και μετά σηκώνοντάς το σαν να θέλει να τραγουδήσει. Αλλά κάθε φορά ο Τόντι αγωνιά μήπως δεν μπορέσει να ανασάνει και πνιγεί. Οι γονείς του τον καθησυχάζουν και του εξηγούν πως οι πάπιες δεν πνίγονται, αλλά ο Τόντι αγωνιά όλο και πιο έντονα.  

Κάποια νύχτα βλέπει ένα όνειρο, όπου η πάπια, όταν βάζει το κεφάλι στο νερό, δεν μπορεί πια να το σηκώσει και κοντεύει να πνιγεί.
Τρομαγμένος ξυπνά, αλλά επιμένει ότι είναι εκείνος που πνίγει την πάπια και κλαίει απαρηγόρητα.
Το όνειρο επανέρχεται ξανά και ξανά και γίνεται όλο και πιο τρομακτικό για τον Τόντι. Κατά παράξενο τρόπο όμως το ίδιο βιώνει και η Τίντα.

Οι γονείς του, απελπισμένοι, καταφεύγουν σ’ ένα παιδοψυχολόγο, που με τις διάφορες μεθόδους του επιβεβαιώνει ότι ο Τόντι πιστεύει πράγματι ότι πνίγει την πάπια, αλλά οι πιθανές ερμηνείες που δίνει δε φαίνεται να συνάδουν με τα γεγονότα.

Μη βρίσκοντας ερμηνεία στα σημερινά δεδομένα, οι γονείς καταφεύγουν σε μα υπνοτίστρια, με την ελπίδα ότι η ύπνωση θα δώσει ίσως μια εξήγηση. Πράγματι ο μικρός αποκαλύπτει ότι σε μιαν άλλη ζωή είχε πνίξει την αδελφή του από ζήλια. Εκείνη βρέφος στην κούνια της κι εκείνος τριών μόλις χρονών.
Κρατώντας μέσα του αυτό το φρικτό γεγονός και από φόβο μήπως κάποια στιγμή αποκαλυφθεί, είχε ζήσει τότε αποτραβηγμένα και φοβικά και είχε χαρακτηρισθεί ως οριακά αυτιστικός.

Η ψυχολόγος – υπνοθεραπεύτρια του υποβάλλει ότι η πάπια είναι πράγματι η αδελφή του, ότι τον αγαπά, ότι είναι ευτυχισμένη που ζει στο νερό, ότι τον έχει συγχωρήσει και χαίρεται κάθε φορά που τον βλέπει, κι έτσι του αποβάλλει την ενοχή και το φόβο και το παιδί απαλλάσσεται σταδιακά από τους εφιάλτες και την αγωνία.

Τώρα μπορεί να αποχαιρετά χωρίς αγκιστρώματα την πάπια, να απομακρύνεται από τους γονείς του και να χαίρεται με τα άλλα παιδιά παίζοντας και άλλα παιχνίδια.